Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ










ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Γεννήθηκα το 1933, στις σημειώσεις αυτές περιγράφονται τα διάφορα γεγονότα που συνέβησαν στην οικογένειά μου και σε μένα μέχρι σήμερα σε συσχετισμό με τα γεγονότα που ζήσαμε εξαιτίας του β παγκόσμιου πολέμου (1940-45) του εμφύλιου (1944-48) και των δυο δικτατοριών του Μεταξά 1936 και των συνταγματαρχών 1967








ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ



Γεωργιος Μαυρογένης     Λοχίας
O πατέρας μου παντρεύτηκε το 1927 με τη μητέρα μου Στέλλα Σπιθάκη. Ο παππούς Αναστάσης ( πατέρας της μητέρας μου), ήταν από τα Πιτσίδια της Μεσσαράς Ηρακλείου Κρήτης. Η Μητέρα της Αρτεμισία ήταν από τον Αζωγυρέ Σελίνου Κριαροπούλα. Η μητέρα μου είχε δύο αδελφές την Ευσεβία συζ. Ιωάννη Παπαγρηγοράκη, αστυνομικού διευθυντή και την Ευαγγελία συζ. Βασίλη Αντωνοπούλου, γυμναστή, διεθυντή γυμναστικής αγωγής στο Υπουργείο Παιδείας. Ο Γιάννης Παπαγρηγοράκης είχε υπηρετήσει σαν Αστυνομικός Δ/ντης στον Πειραια και μετέπειτα στη Σύρο. Ηταν προσωπικός φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η μητέρα μου έμενε στο σπίτι του Παπαγρηγοράκη και φοιτούσε στο Αρσάκειο. Αφού τέλειωσε το Αρσάκειο διορίστηκε τηλεφωνήτρια στην ΑΕΤΕ. (Τηλεφωνική εταιρία της εποχής, από την οποία προήλθε ο ΟΤΕ). Στη συνέχεια με τη δυσμενή για πολιτικούς λόγους, μετάθεση του Παπαγρηγοράκη στη Σύρο (πτώση του Βενιζέλου), αναγκάστηκε, η μητέρα μου, να πάει στα Χανιά με τους γονείς της. Ο πατέρας της υπηρετούσε σαν εργατοτεχνίτης στο Αγροκήπιο Χανίων. Εκεί γνωρίστηκε με τον πατέρα μου που υπηρετούσε την θητεία του σαν Λοχίας, αποσπασμένος στο Αγροκήπιο λόγω της ιδιότητάς του, του γεωπόνου μέσης γεωπονικής σχολής Λαρίσης. Ετσι γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν, είκοσι χρόνων ο πατέρας μου και δέκα οκτώ η μητέρα μου. Οι συγγενείς του πατέρα μου είχαν αντιρρήσεις για το γάμο, γιατί δεν είχε παντρευτεί η μικρότερη αδελφή του πατέρα μου η Ερασμία. Όταν όμως έμαθαν ότι η μητέρα μου ήταν από καπετανόσογο, Κριαροπούλα, δισεγγονή του Κωνσταντή Κριάρη οπλαρχηγού, τότε συγκατένευσαν. (Οι Λακκιώτες παντρευόντουσαν γυναίκες "καλόσειρες" από καλό δηλαδή σόι και να μην έχουν συγγενείς......με ψεγάδια. Υπάρχει και σχετικό έμμετρο: 
"βούι σελάτο αγόραζε και
γάιδαρο καμπούρη
γυναίκα λιανοκάμωτη και 
χοίρο μακρομούρη!!!"

από τον πατέρα μου, Γεωπόνος είχα ακούσει για βόδι, γάιδαρο και χοίρο,  ....από τη μητέρα μου είχα...πλύση εγκεφάλου, δε χώνευε τους χονδρούς. Το περίεργο είναι ότι στην οικογένειά μας (15 πρώτα ξαδέρφεια) δεν υπάρχει κανείς χονδρός και ούτε καπνίζουνε. Επίσης ζούνε αρκετά χρόνια. Προφανώς ωφείλεται ότι οι Λακκιώτες...... ασκούνταν στην πεζοπορία γιατί οι περιουσίες των ήταν μακρυά από τό χωριό αλλα υπήρχε και μιά φυσική επιλογή αφού έκαναν πάνω από 10 παιδιά. Από αυτά ζούσαν τα ποιό δυνατά 5-6. Ενας Μάντακας μάλιστα είχε 22 παιδιά , με δυό γυναίκες, μείνανε τελικά μόνο οκτώ.   




Με τη μητέρα μου Στέλλα
 

Η μητέρα μου επειδή είχε ζήσει σε πολύ ανεπτυγμένο περιβάλλον λόγω, του γαμβρού της, του Παπαγρηγοράκη αλλά και επειδή ήταν πάρα πολύ φιλόδοξη και ισχυρός χαρακτήρας (από καπετανόσογο βλέπεις), ήθελε ο πατέρας των παιδιών της να είναι επιστήμονας. Ετσι πίεσε τον πατέρα μου να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή στην Αθήνα. Μετά την επιτυχία του, ήρθαν στην Αθήνα. Ο Παπαγρηγοράκης λόγω αλλαγής πολιτικής καταστάσεως βρισκόταν πάλι σε μεγάλη θέση στην Αθήνα (Δ/ντης αστυνομίας Πειραιώς). Λόγω της θέσης του Παπαγρηγοράκη, η μητέρα μου είχε αποσπασθεί στο τηλεφωνικό κέντρο του προέδρου της Δημοκρατίας. Με μεγάλη προσπάθεια και των δύο και με δυσχερείς οικονομικές συνθήκες ο πατέρας μου το 1933 τέλειωσε την Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή στην Αθήνα. Το θάρρος και η ζωτικότητα της μητέρας μας φαίνεται και από εύφημο μνεία που της απένειμαν όταν υπηρετούσε στο Προεδρικό Μέγαρο. Το σχετικό έγγραφο αναφέρει :



" εκφράζομε (στην Στέλλα Σπιθάκη), την άκραν ευαρέσκεια του Υπουργού διότι την 9 Σεπτεμβρίου 1926 ημέρα ανταρσίας των Δημοκρατικών ταγμάτων παρέμεινε εργαζόμενη στη θέση της παρά των εναντίον του διαμερίσματος που εργαζόταν ριπτομένων έξωθεν πυρών και με κίνδυνο της ζωής της κατορθώθει να διατηρηθούν ανέπαφοι οι τηλεφωνικές συγκοινωνίες της πρωτευούσης, παρέχουσα πολυτίμους υπηρεσίας κατά την κρίσιμον ταύτην στιγμήν."



Το 1933 γεννήθηκα και εγώ στην Αθήνα και αμέσως μετά πήγαμε στα Χανιά όπου υπηρετούσαν σαν υπάλληλοι και οι δυο γονείς μου και η ζωή κυλούσε πλέον ομαλά.

Υστερα από λίγο άρχισαν τα προβλήματα, το 1936 έγινε η δικτατορία του Μεταξά. Οι Κρητικοί αντέδρασαν περισσότερο από τους άλλους Ελληνες. Το 1936 λίγο μετά τη δικτατορία πέθανε εξόριστος στο Παρίσι ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο Μεταξάς απαγόρευσε να τον θέσουν σε λαϊκό προσκύνημα στην Αθήνα αλλά επέτρεψε να ταφή στα Χανιά. Η κηδεία ήταν πάνδημη. Ακόμα και εγώ που ήμουν μόλις τριών χρόνων, θυμάμαι την πομπή τα άλογα και τους βρακοφόρους Κρητικούς. Το πένθος σε ολόκληρη την Κρήτη ήταν βαρύ. Ο Βενιζέλος τάφηκε στο Ακρωτήρι Χανίων.

Το 1938 γεννήθηκε, στα Χανιά, ο αδελφός μου ο Τάσος. Το 1939 ο πατέρας μου μετατέθηκε σε καλύτερη θέση στο Ρέθυμνο και η μητέρα μου αφοσιώθηκε στο σπίτι της αφού κατάφερε και πήρε μικρή σύνταξη από την ΑΕΤΕ (προκάτοχο του ΟΤΕ).

Στην παραπάνω φωτογραφία η τρίτη από τα αριστερά είναι η μητέρα μου.

Πολλές ήταν οι ταλαιπωρίες του πατέρα μου κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά (1936- 1940) αλλά και στη συνέχεια κατά την περίοδο του 1940-1952 (Ελληνοιταλικός πόλεμος, Αντίσταση κατά των Γερμανών, Εμφύλιος πόλεμος)

Το 1939 ζήτησαν από τον πατέρα μου να διδάξει μαθήματα στην ΕΟΝ (Οργάνωση Νέων του Μεταξά). Ο πατέρας μου προφασίστηκε ότι λόγω συνεχών περιοδειών του δεν μπορούσε να διδάσκει, η αντίθεση στον Μεταξά ήταν ορατή σε όλη την Κρήτη. Τον Ιούλιο του 1938 έγινε το κίνημα κατά του Μεταξά με πρωτεργάτη το στρατηγό Μανόλη Μάντακα (βλέπε λεπτομέρειες στο http://www.mavrogenisb.blogspot.com/ ). Τo 1939 έστειλε ο Μάντακας ένα γράμμα, (ήταν καταζητούμενος, είχε δικαστή ερήμην σε ισόβεια και φυγοδικούσε στα βουνά των Χανίων ), προς τον Βασιλιά από το Ρέθυμνο και ζητούσε επαναφορά των δημοκρατικών θεσμών, το οποίο είχε ταχυδρομηθεί από το Ρέθυμνο. Υπέθεσαν ότι ο πατέρας μου ήταν ενδιάμεσος για την αποστολή του γράμματος και τον κάλεσε στα Χανιά ο γενικός Διοικητής Κρήτης Σφακιανάκης. Ο πατέρας μου δεν είχε ιδέα. Την ίδια μέρα είχαν τον παππού μου και την γιαγιά μου στο τμήμα μεταγωγών για εξορία. Στη συνέχεια εξόρησαν τον παππού μου στη Νάξο και τη γιαγιά μου στην Ανάφη. Μετά από πολλές περιπέτειες, μετέθεσαν δυσμενώς, με δικά του έξοδα παρανόμως, τον πατέρα μου στη Σύρο. (λεπτομέρειες στα απομνημονεύματα του πατέρα μου στο http://www.mavrogenisg.blogspot.com/ )  Μετά τη δυσμενή μετάθεσή του από το Ρέθυμνο στη Σύρο, τον Οκτώβριο του 1940, φύγαμε από το Ρέθυμνο και πήγαμε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 1940 λίγο πριν από την έναρξη του Ελληνοιταλικού πολέμου. Επειδή ο αδελφός μου ο Τάσος παρουσίαζε συνεχή καταρροή που δεν μπόρεσαν να την θεραπεύσουν οι γιατροί του Ρεθύμνου, πήγαμε στην Αθήνα στο Νοσοκομείο των παίδων στο καθηγητή Χωρέμη. Αυτός διέγνωσε αμέσως ρινική διφθερίτιδα και στους δυο μας. Ο μεν Τάσος δυο χρόνων τότε εισήχθη στο Νοσοκομείο για θεραπεία, ενώ εγώ επτά χρόνων, με τη μητέρα μου μείναμε σε ένα Ξενοδοχείο, κοντά στην Ομόνοια, για να κάνω και εγώ θεραπεία σαν εξωτερικός ασθενής του Νοσοκομείου. Ο πατέρας μου έφυγε για τη Σύρο για να βρει σπίτι για την εγκατάστασή μας εκεί. Μόλις είχε τελειώσει η θεραπεία μου έγινε η κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου (28 Οκτωβρίου 1940). Ο πατέρας μου στη Σύρο, ο αδελφός μου ο Τάσος στο νοσοκομείο και εγώ με τη μητέρα μου στο Ξενοδοχείο στην Ομόνοια στο κέντρο της Αθήνας. Η μητέρα μου δεν τα έχασε, από το φόβο βομβαρδισμού του κέντρου της πόλης των Αθηνών, με πήρε και πήγαμε σε ένα δωμάτιο εξοχικού σπιτιού της αδελφής της Ευαγγελίας Αντωνοπούλου στην Αγία Παρασκευή, που τότε ήταν ένας μικρός οικισμός. Μετά την εγκατάστασή μας στην Αγία Παρασκευή κατέβηκε με νοικιασμένο ποδήλατο, (ήταν από τις πρώτες Χανιώτισσες που είχε ποδήλατο από το 1925 !!), στο Νοσοκομείο των παίδων όπου βρήκε εγκαταλελειμμένο τον Τάσο να κλαίει, αλλά αποθεραπευθέντα. Λόγω έλλειψης μεταφορικών μέσων, τον πήρε με ένα κάρο και τον μετέφερε στην Αγία Παρασκευή.

Ο πατέρας μου βρισκόταν στη Σύρο και είχαμε χάσει κάθε επαφή. Τότε δεν υπήρχαν …. κινητά τηλέφωνα ούτε καν τηλέφωνα πλην των Δημοσίων Υπηρεσιών. Ο πατέρας μου βρέθηκε σε δύσκολη θέση γιατί δεν ήξερε τίποτα για μας. Ο προϊστάμενός του πατέρα μου για να τον διευκολύνει του "έδωσε" εντολή να μεταβεί από τη Σύρο στην Ανδρο για επίσκεψη του εκεί κτήματος της Υπηρεσίας, επειδή η μετάβαση στην Ανδρο γινόταν δια μέσου του Λαυρίου και θα μπορούσε να έρθει στην Αθήνα να ψάξει για μας. Πράγματι και με πολλή δυσκολία βρήκε ένα καΐκι που κουβαλούσε από Σύρο στο Λαύριο γουρούνια και επιβιβάστηκε σ αυτό. Η βρώμα ήταν φοβερή, ο καιρός κακός, αλλά τι να κάνει. (έχουμε και οικογενειακό πρόβλημα να μας πειράζει πάρα πολύ η θάλασσα).

Η μητέρα μου μας 'έπερνε κάθε μέρα και πηγαίναμε στο υπόγειο της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής για προστασία από τυχόν βομβαρδισμούς. Την εποχή εκείνη είχαν γίνει σφοδροί βομβαρδισμοί στον πειραιά.  Βαδίζαμε στο πεζοδρόμιο της λεωφόρου Μεσογείων απέναντι από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, όταν ο πατέρας μου, μας αντελήφθη μέσα από ένα λεωφορείο που τον έφερνε από το Λαύριο στην Αθήνα. Ετσι εντελώς τυχαία συναντηθήκαμε. Mάλιστα η μητέρα μου αγανάκτησε όταν "κάποιος" μέσα από ένα λεωφορείο έκανε μια χειρονομία προς αυτήν, και μονολογώντας είπε: δεν με φτάνει η δυστυχία μου με πειράζουνε κιόλας. Την άλλη μέρα μας "φόρτωσε" σε ένα πλοίο, νομίζω το έλεγαν Αντένα, για να πάμε στα Χανιά της Κρήτης. Βρήκε και ένα καΐκι και φόρτωσε τα πράγματά μας που ήταν εγκαταλελειμμένα σε μια προβλήτα στο λιμάνι του Πειραιά και τα έστειλε και αυτά στην Κρήτη. Μετά πήγε στην Ανδρο και στη συνέχεια ξαναγύρισε στη Σύρο. Εκεί του είπαν ότι είχε επιστρατευτεί και έπρεπε σαν έφεδρος Ανθυπολοχαγός εφοδιασμού, (ήταν τριάντα τεσσάρων ετών τότε), να παρουσιαστεί στην Καλαμπάκα. Παρουσιάστηκε εκεί και προωθήθηκε στους Αγίους Σαράντα της Αλβανίας όπου και έμεινε μέχρι τη κατάρρευση του Αλβανικού μετώπου.

Εμείς με το πλοίο φθάσαμε στα Χανιά μετά από ένα μικρό επεισόδιο που είχαμε. Ξαφνικά έγινε συσκότιση στο πλοίο και ειδοποιηθήκαμε να βάλομε τα σωσίβια και να ετοιμαστούμε να μπούμε στις βάρκες, γιατί είχε παρουσιαστεί εχθρικό υποβρύχιο. Η μητέρα μου πάντα προνοητική είχε κόψει με ψαλίδι δυο σωσίβια από φελλό και τα είχε ράψει στα μέτρα μας. Ευτυχώς δεν είχαμε συνέχεια, το υποβρύχιο ήταν Αγγλικό, έκανε νηοψία και συνεχίσαμε υπό συνοδεία μέχρι το λιμάνι των Χανίων. Κατεβήκαμε στα Χανιά και πήγαμε στους Λάκκους. Σε λίγες μέρες ήρθαν τα πράγματά μας και ξεφορτώθηκαν στο λιμάνι των Χανίων στη προβλήτα. Η μητέρα μου είχε πάει να τα παραλάβει. Εχθρικά αεροπλάνα άρχισαν να βομβαρδίζουν το λιμάνι αλλά αυτή κάθισε εκεί και φύλαγε τα πράγματα μην της τα κλέψουν. Μετά προσπάθησε να βρει αυτοκίνητο να της τα μεταφέρει στους Λάκκους. Βρήκε αυτοκίνητο αλλά χρειαζόταν και βενζίνη που λόγω του πολέμου είχε καταντήσει σπάνιο είδος. Από κάποιο συγγενή της βρήκε και βενζίνη και τα πράγματα πήγαν στους Λάκκους. Με το μισθό του πατέρα μου αγόραζε ζάχαρη, σολοδέρματα, υφάσματα, ρύζι και άλλα πράγματα που νόμιζε ότι θα της φανούν χρήσιμα. Είχε πάρει μεγάλες ποσότητες σπίρτων τα οποία στα μετέπειτα πρώτα δυο δύσκολα χρόνια της τετράχρονης κατοχής τα ανταλλάσσαμε με σιτάρι, λάδι, μέλι, αλάτι και άλλα.

Μετά την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και την κατάρρευση του Αλβανικού μετώπου και μετά από πολλές περιπέτειες επέστρεψε ο πατέρας μου στα Χανιά πριν από την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς. Παρουσιάστηκε και ανέλαβε τη διοίκηση μιας αποθήκης υλικού. Εμείς βρισκόμαστε στους Λάκκους, όταν την 21 Μαΐου 1941 τά Γερμανικά αεροπλάνα άρχισαν πολυβολισμούς και ρίψεις αλεξιπτωτιστών στα πεδινά μέρη. Οι κάθετες εφορμήσεις των "στούκας" γινόντουσαν με πολύ θόρυβο και προκαλούσαν τρόμο. Οι Λακκιώτες κατέβηκαν στον κάμπο και με κατσούνες και κάτι παλιά όπλα πολέμησαν τους Γερμανούς. Γύριζαν στο χωριό με τρόπαια τα καινούρια όπλα των σκοτωμένων Γερμανών, που τα χρησιμοποίησαν στην αντίσταση λίγο αργότερα, αλλά και με αλεξίπτωτα που τα χρησιμοποίησαν αργότερα για ρουχα. Τα γυναικόπαιδα είχαν πάρει τα βουνά και έμεναν σε σπήλαια γύρω από το χωριό ή είχαν πάει στον Ομαλό. Μια ξένη που ήταν εκεί πρότεινε να σηκώσουν λευκή σημαία για να μη βομβαρδίσουν το χωριό. Ημουν 8 χρόνων και όμως θυμάμαι ακόμη ένα γέρο Λακκιώτη ψηλό, λιγνό, με την παραδοσιακή Κρητική φορεσιά και κραδαίνοντας την κατσούνα, να της λέει: "ήντα λες μωρέ, λευκή σημαία να σηκώσουμε στσοι Λάκκους; Ας το χαλάσουνε λωδά (λέω εδά -τώρα-) το χωριό, μα τόσεσας φορές το κάψανε και οι Τούρκοι. Εμείς θα το ξαναφτιάξουμε καλύτερο". Μετά και την κατάληψη της Κρήτης, στη μάχη της οποίας έλαβε μέρος, ανέβηκε ο πατέρας μου στους Λάκκους. Ένα γεγονός που τότε μου είχε δημιουργήσει απορία ήταν ότι όταν ο πατέρας μου ήρθε στους Λάκκους υπήρχαν πολλοί Ιταλοί αιχμάλωτοι που μετά την κατάρρευση της Κρήτης γύριζαν πεινασμένοι εδώ και εκεί. Τους μοίρασε όλο το παξιμάδι που είχαμε. Θυμάμαι τους Ιταλούς στη σειρά να δίνει ο πατέρας μου έξω από την πόρτα του σπιτιού μας, στους Λάκκους, από δυο ντάκους (παξιμάδια Κρητικά) στον καθένα μέχρι που άδειασε το μισοκόφινο, όλοι οι χωρικοί τους βοήθησαν και ας ήταν εχθροί μας. Τώρα το γεγονός αυτό το εκτιμώ ιδιαίτερα, γιατί δείχνει την ανθρωπιά των Λακκιωτών, ο άοπλος αιχμάλωτος δεν ήταν πια εχθρός. Μετά από λίγο μάθαμε ότι οι Γερμανοί έκαναν εκτελέσεις και έκαιγαν διάφορα χωριά σε αντίποινα της αντίστασης που έκανε ο άμαχος πληθυσμός, άνδρες και γυναίκες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του χωριού Κάνδανος, που οι Γερμανοί εκτέλεσαν όλους τους άνδρες που βρήκαν και ισοπέδωσαν το χωριό. Εβαλαν και μία πινακίδα που έγραφε. "Εδώ υπήρχε η Κάνδανος η οποία ισοπεδώθηκε, διότι άμαχοι άνδρες γυναίκες και παπάδες, δολοφόνησαν Γερμανούς στρατιώτες."

Από το φόβο των εκτελέσεων, όλοι οι άνδρες κρυβόντουσαν όταν ερχόντουσαν Γερμανοί στο χωριό. Οι πιο πολλοί είχαν καταφύγει στο παραδοσιακό καταφύγιο στον Ομαλό. Τότε ο πατέρας μου με πήρε και μένα και πήγαμε στον Ομαλό για λίγες μέρες.

Το χειμώνα του 1940 μείναμε στους Λάκκους. Εγω έκανα παρέα με το γειτονόπουλα και τα ξαδέλφια μου της ηλικίας μου. Πηγαίναμε στο σχολείο του χωριού , στην πρώτη Δημοτικού. Τα μαθήματα ήταν εύκολα και όλη μέρα παίζαμε. Είχα προσαρμοστεί πλήρως με τα χωριατόπαιδα και μάλιστα θυμάμαι ότι επειδή αυτά δεν φορούσαν παπούτσια γύριζα και εγώ ξυπόλυτος γιατί… ντρεπόμουνα να φοράω εγώ παπούτσια!! Μάλιστα για να μην το πάρει είδηση η μητέρα μου τα έβαζα φεύγοντας από το σπίτι και μόλις έβγαινα τα έκρυβα κάπου για να τα ξαναβάλω στην επιστροφή!! Το χειμώνα μάλιστα βγάζαμε και χαρτζιλίκι. Τότε το μάζεμα των ελιών δεν γινόταν όπως σήμερα με τίναγμα και δίχτυα, αλλά άφηναν τις ελιές και έπεφταν και όταν μαζεύονταν πολλές τότε πήγαιναν τίναζαν όσες ακόμη υπήρχαν και μάζευαν και αυτές από κάτω. Οι εληές ήταν πανήψηλες αιωνόβιες και το λάδι ήταν κακής ποιότητας. Ενα μέρος των ελιών έμενε στο δέντρο και έπεφταν αργότερα. Αυτές τις ελιές τις μάζευαν τα παιδιά του χωριού και έβγαζαν κάποιο χαρτζιλίκι, όχι σπουδαία πράγματα αλλά για τα χωριατόπαιδα ήταν σημαντικό. Ενας άλλος τρόπος να βγάλεις χαρτζιλίκι ήταν τα Χριστούγεννα με τα κάλαντα.  

Βέβαια οι χωρικοί δεν είχαν χρήματα να δώσουν γι αυτό έδιναν λίγο λάδι και τα παιδιά το μάζευαν και το πήγαιναν στο μπακάλη του χωριού που τους έδινε καραμέλες και κανένα τετράδιο.

Την εποχή εκείνη πήγα να πω και εγώ με την παρέα μου τα κάλαντα στο σπίτι του στρατηγού Μάντακα. Μας δώσανε το λάδι και εμένα με φώναξε και μούδωσε ένα δίφραγκο, σοβαρό ποσόν για την εποχή. Με είδε που ήμουν ξυπόλυτος και με ρώτησε γιατί, του εξήγησα ότι δεν μπορούσα να φοράω παπούτσια γιατί οι φίλοι μου δεν είχαν και ντρεπόμουνα. Με κοίταξε σκεπτικός και μου λέει η μάνα σου τι λέει; Του εξήγησα ότι δεν το ήξερε, μου κτύπησε τον ώμο και μου λέει καλά δεν πειράζει. Ηταν ένας υπέροχος άνθρωπος και είμαι ευτυχής που τον γνώρισα τα επόμενα χρόνια πολύ καλά. Ηταν δημοκράτης με όλη τη σημασία της λέξης. Στην Αθήνα σαν φοιτητής πήγαινα συχνά στο σπίτι του στο Μαράσλειο και αργότερα σαν μηχανικός ήταν πολύ συχνά στο σπίτι μας στη Δροσιά.



Ο στρατηγός Μάντακας σε μεγάλη ηλικία στη Δροσιά
Στους Λάκκους, το 1940, γνώρισα και τη μητέρα του στρατηγού, τη Μαντάκισα ή Μάρκισα από το όνομα του άντρα της, κάτι συνηθισμένο τότε στο χωριό. Ημουν 7 χρόνων, η προγιαγιά μου, ήταν μια αρχοντογυναίκα που παρά τα ενενήντα δυο χρόνια της, ήταν ακμαιότατη, όλο ζωντάνια. Είχε λάβει μέρος στη επανάσταση του 1866 (είχε γεννηθεί το 1848), μαζί με άλλες είκοσι Λακκιώτισες, ντυμένες ανδρικά. Μάλιστα ο Χατζή Μιχάλης Γιάνναρης, αρχηγός επανάστασης, στα απομνημονεύματά του λέει ότι είχαν δική τους σημαία και ότι σε αγώνες σκοποβολής που έγιναν στον Ομαλό είχαν κερδίσει τους άνδρες!! Την θυμάμαι τη γιαγιά, τη Μαντάκισα να φορά στα ενενήντα δύο της, στιβάνια ανδρικά! Τα φορούσε από τότε που πολέμησε τους Τούρκους (όταν ήταν 16 χρόνων).

Ηταν σαν τρόπαιο των αγώνων τους αλλά και σαν αναγνώριση. Μάλιστα τις γυναίκες αυτές τις σεβόντουσαν και τις θεωρούσαν οι άντρες ισότιμες.

Ηταν μεγάλη ευτυχία νάχεις γνωρίσεις τους ανθρώπους αυτούς. Ηταν τόση η σοφία τους και τέτοια η κουλτούρα τους, που δεν μπορείς να το πιστέψεις.

Πριν λίγες μέρες σε συζήτηση με το γιό μου το Γιώργη (πολιτικός επιστήμονας γαρ) έμεινα έκπληκτος από μια παρατήρησή του που δεν την είχα σκεφτεί ποτέ.

Μου λέει γνώρισε τη γιαγιά μου που είχε γεννηθεί το 1882 και που αυτή όταν ήταν 10 χρόνων είχε γνωρίσει ανθρώπους που είχαν πολεμήσει το 1821!!

Σκέψου μου λέει από τους προπαππούδες στα δισέγγονα, ιστορία και κουλτούρα 200 ετών μεταβιβάζεται με παρεμβολή ενός μόνο ατόμου. Πραγματικά δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Μου λέει ή Μάντάκισα, η προγιαγιά μου, που είχα γνωρίσει το 1940 στα 92 χρόνια της, είχε γεννηθεί το 1848, πολύ πιθανό να ήξερε τον Τζαννή αλλά και το Μανόλη Μαυρογένη που ήρθε από την Πάρο το 1770 !!!

Διαπιστώσαμε ότι ενώ οι γενιές αλλάζουν κάθε 30 χρόνια, η κουλτούρα ενός τόπου, στα χρόνια προ της παγκοσμιοποίησης μεταφερόμενη από τους προπαππούδες στα δισέγγονα έχει ιστορία 200 ετών με παρεμβολή ενός ατόμου.

Στις εικοσιμία Μαΐου του 1941 πια, ο πατέρας μου ήταν στην Κρήτη, στα Χανιά στη μονάδα του, αφού είχε προλάβει και είχε γυρίσει από την Αλβανία.

Οταν έκαναν την επίθεση στην Κρήτη οι Γερμανοί, άκουσα τη βοή των αεροπλάνων στούκας και ανέβηκα στην ταράτσα του διπλανού σπιτιού να δω τι γίνεται. Τα αεροπλάνα, πολυβολούσαν και βομβάρδιζαν αλλά ήταν μακριά και δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος. Αρχισα να μετράω τρία, πέντε, εφτά, δέκα αεροπλάνα, ο θόρυβος ήταν πολύς και η μητέρα μου με άρπαξε από το πόδι με κατέβασε κάτω και πήρε και τον αδελφό μου και ακολουθήσαμε τους άλλους χωρικούς προς τα διάφορα σπήλαια που υπήρχαν κοντά στο χωριό. Εκεί κοιμηθήκαμε δυο, τρεις βραδιές αλλά μετά αφού διαπιστώσαμε ότι δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος γυρίσαμε στα σπίτια μας.
 Σε λίγες μέρες ήρθε ο πατέρας μου και πήγαμε οι δυο μας για λίγες μέρες στον Ομαλό. Στη συνέχεια μείναμε στους Λάκκους, όπου μόλις έβλεπαν να έρχεται αυτοκίνητο, είχαν ορατότητα για δυο χιλιόμετρα περίπου, έφευγαν όλοι οι άνδρες και οι νέες γυναίκες προς τα βουνά, γιατί οι Γερμανοί σε αντίποινα εκτελούσαν όποιο έβρισκαν.
Λίγο μετά την 21 Μαΐου, είχαν έρθει στους Λάκκους οι τριτοετείς Ευέλπιδες που έλαβαν μέρος στη μάχη της Κρήτης. Ηταν σε κακά χάλια, νέα παιδιά 19 χρόνων, καταταλαιπωρημένοι. Μαζεύτηκαν οι χωρικοί και τους πήραν στα σπίτια τους να φάνε και να πλυθούνε. Στην τάξη αυτή ήταν μεταξύ των άλλων και ο Γιώργος Παπαγρηγοράκης πρώτος μου εξάδελφος (ίδια τάξη με το Λεωνίδα Αλεξανδρόπουλο Διοικητή του ΟΤΕ στη δικτατορία, αλλά συμμαθητής και με τον ίδιο το δικτάτορα το Γιώργο Παπαδόπουλο, που κατά πάσα πιθανότητα ήταν και αυτός εκεί). Ο Γιώργος Παπαγρηγοράκης (ταγματάρχης του Ελλ. Στρατού) σκοτώθηκε στην Κομοτηνή τις τελευταίες μέρες του εμφύλιου πόλεμου το 1948. Ηρθε με ένα άλλον στο σπίτι μας και θυμάμαι ότι η μητέρα μου τους έδωσε ένα ζευγάρι παπούτσια του πατέρα μου, από το οποίο μάλιστα ο Γιώργος κράτησε το ένα παπούτσι και ο φίλος του πήρε το άλλο!! Τις εποχές εκείνες οι άνθρωποι δεν είχαν περίσσευμα ρούχων και παπουτσιών όπως σήμερα. Ένα σακάκι, ένα παντελόνι δυο πουκάμισα και ένα η και καμιά φορά δυο ζευγάρια παπούτσια είχε το κάθε μεσοαστικό σπίτι για δύο χρόνια. Αυτό έγινε αιτία που κατά την τετραετή γερμανική κατοχή, υπήρξε σοβαρό πρόβλημα ένδυσης και υπόδησης. Υπήρξε εποχή που είχαμε παπούτσια …με ξύλινη!! σόλα κομμένη κάτω από τα μπροστινά δάκτυλα και με ένα κομμάτι χονδρό ύφασμα είχες τη δυνατότητα να λυγίζει η σόλα ώστε να μπορείς να περπατάς. Από πάνω είχε μια ζώνη από ύφασμα ή από λάστιχο σαν πέδιλο!

Εφθασαν πολλοί να κάνουν με κουβέρτες παλτά για να αντιμετωπίσουν το κρύο. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε καλοριφέρ στην Κρήτη. Οι πιο φτωχοί δεν είχαν καθόλου θέρμανση, Μερικοί χρησιμοποιούσαν μαγκάλι, ένα ταψί σε πόδια που άναβαν κάρβουνα ή σπόρους από ελιές που τους πετούσαν στα ελαιουργεία και πολύ πολύ λίγοι, μεταξύ των οποίων και εμείς, είχαν σόμπα που έκαιε ξύλα!

Δύσκολοι καιροί αλλά ενδιαφέροντες. Δεν υπήρχαν γκρίνιες στα σπίτια και όλοι οι άνθρωποι προσπαθούσαν να βοηθά ο ένας τον άλλο.

Στη συνέχεια οι Γερμανοί κάλεσαν όλους τους Δημόσιους Υπαλλήλους να παρουσιαστούν στις Υπηρεσίες τους. Ο πατέρας μου πήγε και παρουσιάστηκε στο Ρέθυμνο όπου τον έκαναν δεκτό γιατί δεν είχε πάει ποτέ επίσημα η μετάθεση που του είχε κάνει ο Μεταξάς. Βρήκε σπίτι και σε λίγες μέρες πήγαμε και εμείς στο Ρέθυμνο.

Οι περιπέτειες συνεχίστηκαν. Ο πατέρας μου όπως όλοι οι γεωπόνοι εντάχθηκε στην αριστερά (ΕΑΜ). Κατά τις περιοδείες του στο Νομό Ρεθύμνης υπό την ιδιότητα του γεωπόνου, συνέταξε σχέδια των οχυρωματικών έργων των Γερμανών και τα έστειλε στη "Μέση Ανατολή", στην Αίγυπτο, που ήταν τότε η έδρα της εξόριστης Ελληνικής Κυβέρνησης του Εμμ. Τσουδερού πατέρα της Βιργινίας.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1943 η μητέρα μου ήταν οκτώ μηνών έγκυος στην Ισαβέλλα όταν το βράδυ ήρθαν πέντε Γερμανοί κτύπησαν την πόρτα και ζήτησαν τον πατέρα μου. Ο πατέρας είχε φροντίσει να έχει οδούς διαφυγής. Ετσι πήδησε σε ένα διπλανό σπίτι από την ταράτσα και οι Γερμανοί έφυγαν άπρακτοι δεδομένου μάλιστα ότι η μητέρα μας τους είχε πει, μιλούσε λίγα Γαλλικά από το Αρσάκειο, με ψυχραιμία ότι ο πατέρας ήταν σε περιοδεία για υπηρεσία. Το ίδιο βράδυ συνέλαβαν τέσσερις συναδέλφους του πατέρα μου, τους δυο τους εκτέλεσαν στην Αγιά (φυλακές στα Χανιά) και οι άλλοι δυο πέθαναν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία. (τη γλίτωσε από βέβαιο θάνατο). Στις 25 Μαρτίου 1944 έδωσαν αμνηστεία και ο πατέρας μου επανήλθε στην Υπηρεσία του.

Ένα γεγονός που μου έκανε εντύπωση την εποχή εκείνη ήταν που υπήρχε ένα στρατόπεδο Ρώσων αιχμαλώτων στο Ρέθυμνο. Θυμάμαι και αναρωτιόμουν πως ενώ δεν είχαμε ψωμί να φάμε πηγαίναμε ψωμί και το ανταλλάσσαμε με παιχνίδια από ξύλο που έκαναν οι Ρώσοι. Μάλιστα μια φορά έφερα περισσότερα από όσα «έπρεπε» παιχνίδια προϊόν διαπραγμάτευσης και ο πατέρας μου με έψεξε γιατί «έπρεπε» να τους βοηθήσομε αφού ήταν σύμμαχοί μας!

Σε λίγο με την βοήθεια των Ρεθυμνιωτών δραπέτευσε ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς και πήγε με τους αντάρτες στο βουνό οπότε και απαγόρευσαν οι Γερμανοί πια κάθε επαφή μαζί των. (τους είχαν στείλει μέσα σε ψωμί κλαδοψάλιδο και λίμα με τα οποία έκοψαν τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου όπου εφρουρούντο). 

Στο τέλος της κατοχής οι Γερμανοί έβγαλαν τελάλη και ζητούσαν να μαζευτούν όλοι οι άνδρες πάνω από 16 ετών και άνω, στο γήπεδο της πόλης. Ο πατέρας στην αρχή δεν πήγε, μετά όμως είπαν ότι όποιος δεν πάει και δεν έχει σφραγισμένη ταυτότητα θα πηγαίνει φυλακή αναγκάστηκε να πάει και αυτός. Το μεσημέρι οι δικοί μας μάζεψαν μερικά παιδιά μεταξύ των οποίων και εμένα για να πάμε τάχα φαγητό και να δούμε τι γίνεται. Δεν μας άφησαν αλλά το βράδυ τους έδιωξαν αφού κράτησαν μερικούς οι οποίοι δεν ξέρομε τι έγιναν.

Ενα άλλο επεισόδιο ενδιαφέρον ήταν όταν ξανά ζήτησαν να μαζευτούν όλοι πάλι στο γήπεδο. Εκεί τους χώρισαν σε ομάδες και τους πήγαν για να βοηθήσουν στην καταστροφή μεγάλων επάκτιων πυροβόλων.

Σε λίγες ώρες άρχισαν να ακούγονται πολύ ισχυρές εκρήξεις, οι γυναίκες βγήκαν στους δρόμους ουρλιάζοντας και κατευθύνθηκαν προς το μέρος των εκρήξεων. Στο δρόμο συνάντησαν τους άντρες που γύριζαν πίσω μετά την ανατίναξη υπό έλεγχο των κανονιών. Τόσο ισχυρές ήταν οι εκρήξεις που έπεσε ένα κομμάτι σίδερο από κάνη κανονιού στο μπαλκόνι μας με φοβερό θόρυβο. Ηταν ένα κομμάτι από κάνη πολύ μεγάλου κανονιού βάρους περίπου 18 - 20 κιλά περίπου από τα κανόνια που καταστρέφονταν. Τα κανόνια ήταν σε ένα λόφο 1000 μέτρα από το σπίτι μας.

Κατά τη διάρκεια της κατοχής από τους Γερμανούς η Κρήτη δεν υπέστη μεγάλες απώλειες από πείνα γιατί η Κρήτη είχε παραγωγή λαδιού και αυτό βοήθησε στην αντιμετώπιση της πείνας.

Παράλληλα ο πατέρας μου νοίκιασε ένα χωράφι ποτιστικό στο Πλατανιά δυο στρέμματα που το φύτευσε σιτάρι και λαχανικά και έτσι εκτός από εμάς τροφοδοτούσε όλη τη γειτονιά και έτσι δεν πεινάσαμε. Υπήρχε και μια άλλη ευτυχής συγκυρία. Απέναντί μας υπήρχε το μονοπώλιο άλατος. Δυο τρεις φορές τον χρόνο ερχόταν πολύ αλάτι και τότε το παίρναμε αμέσως είδηση και αγοράζαμε αρκετό που το ανταλλάσσαμε με λάδι και μέλι αργότερα.

Σε ένα, μήνα μετά τη δίωξη, από τους Γερμανούς, του πατέρα μου, γεννήθηκε και η αδελφή μου η Ισαβέλλα. Ο πατέρας καθόταν κρυμμένος συνεχώς μέσα στο σπίτι. Του είχαν κόψει το μισθό αλλά ζούσαμε με τη βοήθεια χρημάτων που μας έδινε η μυστική οργάνωση της Εθνικής Αλληλεγγύης, αλλά και με χρήματα που έβγαζα εγώ από το πρώτο επάγγελμά μου. Ημουν ένδεκα χρόνων και είχα βγάλει ένα τραπεζάκι, στην πόρτα απέξω από το σπίτι μας, και πουλούσα διάφορα είδη όπως τσιγάρα, καπνό, τσιγαρόχαρτο κ.λ.π.. Το Μάρτιο του 1944 είχε έρθει σε επαφή ο πατέρας μου με αντάρτικες ομάδες για να ανέβει στο βουνό, αλλά η χορήγηση αμνηστίας από τους Γερμανούς έγιναν αιτία να μην πάει στο βουνό αλλά να πάει πάλι στην υπηρεσία του. Οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να καταρρέουν στο Ανατολικό μέτωπο. Ο πόλεμος είχε κριθεί μετά την ήττα τους στο Στάλινγκράντ το χειμώνα του 1943 και δεν καταδίωκαν πια τους Ελληνες πατριώτες.



Τα βάσανα δεν τελειώνουν εδώ κάθε άλλο μάλιστα. Οι Γερμανοί αποκόπηκαν στην Κρήτη και μαζεύτηκαν σιγά σιγά μέσα σε μια περιοχή των Χανίων. Εφυγαν από το Ρέθυμνο τέλος καλοκαιριού του 1944. Η γυναίκα του στρατηγού Μάντακα κατέβηκε από το βουνό που ήταν μέχρι τότε με τα δυο παιδιά της, το Μάρκο και τη Φυλλίτσα και ήρθε, για λίγες μέρες, στο σπίτι μας στο Ρέθυμνο, προκειμένου να πάει στην Αθήνα που ήταν η μόνιμη κατοικία της. Η παρουσία της στο σπίτι μας "θύμισε" στους δεξιούς το ότι ο πατέρας μου ήταν ανιψιός του Μάντακα. Τις μέρες εκείνες ήταν στο Ρέθυμνο και ο κ. Παπουτσάκης ανάπηρος πολέμου, με ξύλινο πόδι. Μια φορά τη βδομάδα έτρωγε στο σπίτι μας, συνήθως κάθε Τετάρτη. Μια φορά που ήρθε στο σπίτι μας, ο αδελφός μου, ο Τάσος, έξι χρόνων τότε, μόλις τον είδε του είπε για να τον πειράξει: "σήμερα έχομε φακή". Η φακή τον πείραζε στο στομάχι. Ο κ. Παπουτσάκης είπε: "ε τι να κάνομε θα τη φάμε και τη φακή" και ανέβηκε τα εικοσιπέντε σκαλοπάτια με το ξύλινο πόδι του. Από τότε όταν ακούω τη φράση "ε τι να κάνομε" τον θυμάμαι. Τον καιρό εκείνο άρχισε η αντιπαράθεση δεξιών με αριστερούς. Τα βράδια οι παρακρατικοί δεξιοί για να "σώσουν" την Ελλάδα από τους κομουνιστές έδερναν πολλές φορές μέχρι θανάτου τους αριστερούς. O πατέρας μου απoτελούσε το κόκκινο πανί, παρόλο που δεν είχε κομματικοποιηθεί, γιατί ήταν ανιψιός του Μάντακα. Για την άμυνά του είχε προμηθευτεί ένα Αγγλικό όπλο καμιά δεκαριά σφαίρες και τρεις αμυντικές Ιταλικές χειροβομβίδες, παράλληλα είχε βάλει διπλές μπάρες στην εξώπορτα, για να μην παραβιάζεται εύκολα.

Το σπίτι στο Ρέθυμνο. Αρκαδίου 227
Ένα βράδυ μας κτύπησαν την πόρτα, βγήκαμε έξω στο μπαλκόνι ο πατέρας μου, η μητέρα μου και εγώ. Το μπαλόνι ήταν ψηλά 6 μέτρα από το δρόμο. Η κατοικία, Αρκαδίου 227, στο Ρέθυμνο, είχε μικρή πρόσοψη, 4 - 4,5 μέτρα. Ο πατέρας μου ρώτησε ποιος είναι. Η απάντηση ήταν "αξιωματικός του φρουραρχείου". Ο πατέρας μου ξαναρώτησε ποιος αξιωματικός; "Όταν ανέβω θα με δεις" ήταν η απάντηση. Δεν ανοίγω αν δεν μου πεις ποιος είσαι είπε ο πατέρας μου. Προσπάθησαν να σπάσουν την πόρτα χωρίς αποτέλεσμα, συγχρόνως πέταξαν μια χειροβομβίδα και έριξαν 5 - 6 σφαίρες. Από τύχη, λόγω της μικρής όψης της κατοικίας μας και του ότι οι διπλανές κατοικίες ανήκαν σε δεξιούς με αποτέλεσμα να ριφθούν οι σφαίρες κατακόρυφα, δεν πάθαμε τίποτα. Μπήκαμε γρήγορα μέσα. Ο πατέρας σκέφτηκε να τους ρίξει χειροβομβίδες αλλά μετά από ψυχραιμότερη σκέψη δεν το έκανε γιατί τότε σίγουρα θα μας σκότωναν όλους.  Περίμενε με το όπλο στο πάνω μέρος της σκάλας αλλά παρά την προσπάθεια των παρακρατικών η πόρτα δεν υποχώρησε και έφυγαν άπρακτοι. Στις 4 Δεκεμβρίου 1944 έγινε στην Αθήνα αποτυχημένο κίνημα των αριστερών ανταρτών (ΕΛΑΣ) κατά της Κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου. Αρχηγός των αριστερών ανταρτών στη μάχη των Αθηνών ήταν ο στρατηγός Μάντακας. Μετά την αποτυχία του κινήματος στο οποίο είχαν λάβει μέρος εναντίον των αριστερών και Αγγλικά στρατεύματα,   έγινε  η συμφωνία της Βάρκιζας και ηρέμησαν για λίγο τα πράγματα. Παράλληλα  περί την 15 Δεκεμβρίου 1944 και ενώ βρισκόταν στο σπίτι μας  ένας γεωπόνος φίλος του πατέρα μου έγινε ένοπλη σύρραξη μεταξύ δεξιών και αριστερών ανταρτών στο Ρέθυμνο. Επικράτησαν οι δεξιοί και άρχισε η καταδίωξη των αριστερών. Ηρθαν αμέσως στο σπίτι να συλλάβουν τον πατέρα μου. Πρόλαβε και πήδηξε στη διπλανή ταράτσα. Βρήκαν τον άλλο γεωπόνο, τον έσπασαν στο ξύλο, η μητέρα μου έπαθε νευρική κρίση τα παιδιά έκλαιγαν. Η μητέρα μου τους είπε ότι ο πατέρας μου ήταν στα Χανιά. Εφυγαν, ο πατέρας γύρισε από την ταράτσα. Σε λίγο χτύπησε ξανά η πόρτα, ο πατέρας πρόλαβε και κρύφτηκε σε μια αποθηκούλα ενάμισι μέτρο επί εβδομήντα εκατοστά, που ήταν μέσα στο σπίτι κάτω από μια σκάλα με μια μικρή πορτίτσα πενήντα επί πενήντα. Εβαλαν φρουρό στην πόρτα και έκαναν συνέχεια έρευνες. Τέλος πήραν τη μητέρα μου στη φυλακή. Η μητέρα  μου πήρε μαζί της και τον Τάσο και την Ισαβέλλα έξη και ενός χρόνου αντίστοιχ. Εγώ έμεινα με την υπηρέτρια και ο πατέρας κρυμμένος όλο το εικοσιτετράωρο στην αποθηκούλα. Κάθε μέρα πήγαινα φαγητό στη φυλακή. Μια νύκτα με τον πατέρα κόψαμε το όπλο σε κομμάτια και το ρίξαμε σε μια διπλανή καπνοδόχο. Τις τρεις  χειροβομβίδες και τις δέκα σφαίρες, μου τα έδωσε και τα πέταξα στη θάλασσα όταν πήγαινα το φαΐ στη φυλακή. Επίσης ένα πιστόλι που είχε κρύψει στο σπίτι μας ο γεωπόνος που βρέθηκε εκεί, μου το έβαλε σε μια τσάντα ο πατέρας μου με ένα βιβλίο και το πήγα στη γυναίκα του. Αυτή μόλις το είδε παρά λίγο να πάθει συγκοπή όταν της το έδωσα, (ήμουν ένδεκα χρόνων). Η μητέρα μου στη φυλακή με την άδεια του διευθυντή της φυλακής, έδωσε θεατρική παράσταση. Η παράσταση έδειχνε μια χαροκαμένη μάνα με τα παιδιά της,  που της είχαν σκοτώσει τον άνδρα οι Γερμανοί. Την ίδια παράσταση την είχε δώσει σε κεντρικό κινηματογράφο του Ρεθύμνου, πριν από λίγες βδομάδες. Τους ρόλους των παιδιών της χήρας, είχαμε παίξει τα τρία παιδιά.  Την επόμενη βδομάδα τα πράγματα άρχισαν να ηρεμούν, άφησαν ελεύθερη τη μητέρα. Ο πατέρας εξακολουθούσε να κρύβεται μέσα στην αποθηκούλα. Εκαναν είκοσι έξι  έρευνες και δεν τον βρήκαν. Μας έκλεψαν ότι μικροπράγματα είχαμε, ρολόγια, μαχαίρια ακόμη και το ποδήλατο για τις "ανάγκες του φρουραρχείου". Από καλή τύχη Φρούραρχος ήταν ο Παύλος Γύπαρης αρχηγός των ανταρτών, ισχυρή προσωπικότητα σωματοφύλακας παλιά του Ελευθερίου Βενιζέλου, αναμεμειγμένος ενεργά στη δολοφονία του Ιωνα Δραγούμη που έγινε μετά τη δολοφονική απόπειρα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Στην ομάδα του Γύπαρη τότε στην Αθήνα ήταν και ο Μανώλης Μαυρογένης του Στυλιανού πρωτεξάδελφος του πατέρα μου. Αργότερα ο Γύπαρης έγινε και βουλευτής. Η μητέρα μου τον είχε γνωρίσει στο σπίτι του Παπαγρηγοράκη του οποίου ήταν στενός φίλος και πήγε και τον βρήκε. Ο Γύπαρης, σε μεγάλη ηλικία, τη θυμήθηκε όπως και το γεγονός ότι την έπαιζε στα πόδια του όταν ήταν μικρή και όταν η μητέρα μου του εξιστόρησε τα γεγονότα έδωσε εντολή να μεταφερθεί στη φυλακή ο πατέρας μου χωρίς να κακοποιηθεί. Ετσι και έγινε, όλο το Ρέθυμνο είχε μαζευτεί να δει την παράδοση του πατέρα μου. Τον πήγαν στη φυλακή και σε λίγες μέρες βγήκε με βούλευμα γιατί δεν υπήρχε τίποτα σε βάρος του. Περί τα μέσα του 1945 μετά από αίτηση του πατέρα μου, μετατέθηκε στην Γεωργική Υπηρεσία Χανίων.


Τα προβλήματα όμως συνεχιζόντουσαν. Επειδή υπήρχε κρίση στέγης έμεναν σε κάθε σπίτι με επίταξη δυο έως τρεις οικογένειες. Μέναμε στην οδό Γιαμπουδάκη στα Χανιά, μαζί με άλλες δύο οικογένειες ευτυχώς δεξιών φρονημάτων . Σε μια επίσκεψη αρχές, 1947 νομίζω, του Σοφοκλή Βενιζέλου στα Χανιά, σκότωσαν αριστεροί δυο μέλη της συνοδείας του. Το βράδυ παρακρατικοί δεξιοί συνέλαβαν έξι σημαίνοντες αριστερούς μεταξύ των οποίων και τον πατέρα του Χρίστου Παπουτσάκη Αρχιτέκτονα, εκδότη του περιοδικού ΑΝΤΙ (τον γνωστό μας από το Ρέθυμνο). Επίσης τον Στέφανο Πρώιμο πατέρα του Μηχανολόγου και τέως καθηγητή του Πανεπιστημίου Πατρών και συζύγου της Φυλλίτσας Μάντακα κόρης του στρατηγού. Το ίδιο βράδυ ήρθαν στο σπίτι μας μετά τα μεσάνυχτα, κτύπησαν την πόρτα και ρώτησαν ποιος μένει στο σπίτι. Η μητέρα μου είχε σηκωθεί πρώτη και όπως πάντα ψύχραιμη και προνοητική τους απάντησε ότι μένει ο Μανόλης Παρασχάκης (συγκάτοικος και σημαίνον στέλεχος της δεξιάς). Υπέθεσαν ότι είχαν κάνει λάθος ζήτησαν συγνώμη και έφυγαν. Την άλλη μέρα εκτέλεσαν τους συλληφθέντες, εκτός από τον Πρώιμο για τη σωτηρία του οποίου έκανε μεγάλες προσπάθειες ο Βασίλης ο γιος του, όπως μου διηγήθηκε πρόσφατα. Ο πατέρας μου την είχε γλιτώσει άλλη μια φορά.

Το 1947 - 1949 υπήρξε ο δεύτερος γύρος του εμφύλιου πολέμου. Υπενθυμίζω εδώ ότι με τη συμφωνία της Γιάλτας οι τρεις Μεγάλοι Ρουζβελτ, Τσώρτσιλ και Στάλιν είχαν αποφασίσει τις "επιρροές" στα διάφορα Κράτη. Ετσι η Ελλάδα είχε "δυτική" επιρροή 90% η Γιουγκοσλαβία 50%, η Βουλγαρία 0% κ.λ.π. Επομένως ήταν προδιαγεγραμμένη η αποτυχία του δεύτερου γύρου. Αμέσως μετά την έναρξη του δεύτερου γύρου (1946) άρχισε νέος διωγμός των αριστερών. Ο πατέρας μου απολύθηκε ως αριστερός από την υπηρεσία του. Η μητέρα είχε προνοήσει και με κεφάλαιο τις οικονομίες της μαζί με άλλους γεωπόνους είχε ανοίξει ένα κατάστημα γεωργικών φαρμάκων. Μετά την απόλυσή του ο πατέρας δούλευε στο κατάστημα αυτό που είχε και μια αντιπροσωπεία τσιγάρων και δεν αντιμετωπίσαμε οικονομικό πρόβλημα.


Περί τα μέσα του 1948 όμως, έγιναν συλλήψεις αριστερών με την κατηγορία ότι έστελναν χρήματα και εφόδια στους αντάρτες. Μεταξύ των συλληφθέντων και "ο ανιψιός του Μάντακα", ο πατέρας μου. Μετά από δυο μήνες στην απομόνωση και με χειροπέδες μέρα νύχτα πέρασε στρατοδικείο και αθωώθηκε. Θυμάμαι ότι του πήγαινα φαγητό στο δωμάτιο, ενός αστυνομικού τμήματος, που τον κρατούσαν στη Χαλέπα (μέναμε στον Αγιο Λουκά) και τις πιο πολλές φορές έπαιρνα πίσω τα σκεύη, χωρίς να έχει φάει τίποτα, γεμάτα μυρμήγκια
1952 σπουδαστής στο ΕΜΠ
 Επίσης όλο αυτό το διάστημα δεν είχαμε μιλήσει μαζί του. Παράλληλα πήγαινα εγώ στο μαγαζί και δούλευα για να έχομε τα χρήματα που χρειαζόμαστε να ζούμε. Μεγάλη ήταν η οργή, που ένοιωσα, όταν είδα τον πατέρα μου σπίτι μας, μετά την αθώωσή του, κουρεμένο με την ψιλή μηχανή. Ηταν σαράντα δυο ετών και ήμουν δέκα πέντε.


Τα καλοκαίρια 1946, 47, 48 πήγαινα στους Λάκκους. Ο Μάντακας ήταν εξορία στην Μακρόνησο, ο αδελφός του πατέρα μου ο Σταμάτης ήταν εξορία, στήν  Ικαρία και τη Μακρόνησο, δύο ξαδέλφια του πατέρα μου ο Μιχάλης Παπαπαναγιωτάκης τραπεζικός υπάλληλος και ο Διονύσης Μάντακας δικηγόρος στο βουνό αντάρτες. Τον πατέρα του Νίκου του Σκουλά, δεξιών φρονημάτων, που είχε παντρευτεί την αδελφή του πατέρα μου, την  Ελένη, τον δολοφόνησαν οι αριστεροί στον Ομαλό και τα έξη παιδιά του έμειναν ορφανά.

Οι αριστεροί αντάρτες ήταν στον Ομαλό και εγώ πήγαινα συχνά με το άλογο, τα καλοκαίρια και επέστρεφα με τα πόδια και το άλογο φορτωμένο πατάτες για τις ανάγκες του σπιτιού. Εκεί γνώρισα αρκετούς αντάρτες αφού έτρωγα και έκανα παρέα μαζί τους. Η γιαγιά μου, μου έδινε πάντα παραπάνω φαγητό λέγοντας "μπορεί να είναι κανείς νηστικός να φάει κι αυτός". Οι περισσότεροι από τους αριστερούς αντάρτες είχαν κακό τέλος. Στους Λάκκους το καλοκαίρι του 1948 μου συνέβη και εμένα ένα δυσάρεστο επεισόδιο. Μόλις είχα πάει στο χωριό για καλοκαίρι. Η μετάβαση και επιστροφή τα χρόνια εκείνα ήταν ολόκληρο ταξίδι. Αν και μόνο 24 χιλιόμετρα, το λεωφορείο, ένα της κακής ώρας που στον ανήφορο κατεβαίναμε, χρειαζόταν δυο ώρες να πάει. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ΙΧ ούτε τηλέφωνα, ούτε ραδιόφωνα, ούτε ψυγεία, ούτε φυσικά τηλεοράσεις αλλά στα χωριά ούτε ηλεκρικό ρεύμα ούτε τρεχούμενο νερο ούτε καν τουαλέτες. Τους τρεις μήνες το καλοκαίρι στο χωριό δεν θυμάμαι να πλενόμουν. Μόλις είχα πάει στο χωριό και την επόμενη το πρωί είχα βάλει σε ένα σακούλι (βουργιάλι) βιβλία του πατέρα μου, που είχαν μείνει εκεί από το 1940, που μου είχε ζητήσει ο πατέρας μου, να του τα στείλω με το λεωφορείο. Πήγα στην πλατεία του χωριού, το Σελί και εκεί αντίκρισα ένα απόσπασμα Στρατού που έψαχνε για άλογα και ημιονηγούς για να κυνηγήσει αντάρτες. Οι χωρικοί είχαν εξαφανιστεί αλλά οι στρατιώτες είχαν βρει άλογα και έτσι με…….επιτάξανε για ημιονηγό. Οι διαμαρτυρίες μου έπεσαν στο κενό, μου έδωσαν ένα άλογο και με πήραν μαζί τους να βρούμε……τους αντάρτες. Ευτυχώς κάποιος φαντάρος που είχε παιδιά σε μια στροφή έξω από το χωριό, μου πήρε το άλογο και με έδιωξε. Η καταδίωξη εκείνων κράτησε τρεις μέρες.

Στα μέσα του 1949 έληξε ο εμφύλιος Αλλοι αντάρτες σκοτώθηκαν σε μάχες και άλλοι συνελήφθησαν και πέρασαν στρατοδικείο.


Σημείωμα της Αστυνομίας για αποστολή κοινωνικών φρονημάτων απαραίτητο προκειμένου
να συμμετάσχεις στις εισαγωγικές του πανεπιστημίου

Διονύσης Μάντακας
 Ο  Διονύσης Μάντακας,(δεύτερος ξάδελφος του πατέρα μου), εξαίρετος άνθρωπος, είχε λάβει μέρος στην απόβαση της Νορμανδίας με τους Αμερικανούς, γιατί στην κήρυξη του Β' παγκοσμίου πολέμου βρέθηκε στην Αμερική, εκτελέστηκε κατόπιν  συνοπτικής διαδικασίας από τα έκτατα στρατοδικεία, Ο Μιχάλης Παπαπαναγιωτάκης (πρώτος εξάδελφος του πατέρα μου, τραπεζικός υπάλληλος) καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά η ποινή του δεν εκτελέστηκε, πέθανε όμως λίγο αργότερα από τις κακουχίες. Ο Μπαντουρόγιαννης αρχηγός των ανταρτών, που τον είχα γνωρίσει στον Ομαλό, σκοτώθηκε σε μάχη στη Φώκια και το σώμα του το κρέμασαν σε ένα στύλο στην κεντρική αγορά των Χανίων. Πήγα και τον είδα για τελευταία φορά, παρόλο το φόβο μου, ήμουν δέκα πέντε χρόνων, γιατί το θεώρησα χρέος για ένα φίλο. Αλλων τα κεφάλια τα είχαν στήσει σε πασσάλους στη γέφυρα του ποταμού Κλαδισού στην έξοδο τότε των Χανίων.
Στον Ομαλό ήταν η έδρα των ανταρτών στη δεύτερη φάση του εμφύλιου (45-48). Αρχηγός ήταν ο Μπαντουρόγιαννης. Ηταν καμιά πενηνταριά αντάρτες, στο τέλος ο Μπαντουρόγιαννης, όταν είδε πως θα κατέληγαν στο θάνατο, έδιωξε τους παντρεμένους και έμειναν καμιά δεκαπενταριά, οι οποίοι ή σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Οι περισσότεροι από τους αιχμαλώτους εκτελέστηκαν επί τόπου. Μερικοί πήγαν στρατοδικείο και οι ποιο πολλοί εκτελέστηκαν μετά σύντομη «δίκη». Αν έκανες δήλωση αποκηρύξεως του ΚΚΕ σε καταδίκαζαν ισόβια αν όχι η εκτέλεση ήταν θέμα ολίγων ημερών.

Δύσκολες εποχές, δυσάρεστα γεγονότα που εύχομαι και ελπίζω ότι δεν θα ξανασυμβούν.

Το 1950 πια άρχισαν να ηρεμούν τα πράγματα. Ο εμφύλιος είχε τελειώσει. Ο πατέρας μου με τη μεσολάβηση του τότε βουλευτή Χανίων Κώστα Μητσοτάκη επανήλθε στην υπηρεσία.

Το 1951 ήρθα στην Αθήνα να δώσω εξετάσεις για το Πολυτεχνείο και το Πανεπιστήμιο.

Τότε διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα να εισαχθώ στο Πανεπιστήμιο, στη Μαθηματική Σχολή που με ενδιέφερε γιατί χρειαζόταν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων! Σημειώνω ότι ήμουν πάρα πολύ καλός στα μαθηματικά είχα μάλιστα έρθει τρίτος στον πανελλήνιο διαγωνισμό της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας.
Ετσι έδωσα μόνο στο Πολυτεχνείο που δεν ζητούσαν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και πέτυχα στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών με πολύ καλή σειρά. Το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων το έστελνε υπηρεσιακά το αστυνομικό τμήμα και μετά δεν έβγαζαν αποτελέσματα για τους υποψηφίους αριστερών φρονημάτων. Το ίδιο συνέβαινε και στο Πολυτεχνείο μέχρι το 1948



Οικογένεια Οικονόμου στη σχολή Ασωμάτων
Ζωή, Νίκος και Ελένη
Με  την οικογένεια του αδελφού μου Τάσου
Πάσχα στο Σκάλωμα

που έδωσε εξετάσεις ο μετέπειτα καθηγητής του ΜΙΤ των ΗΠΑ Γιώργος Μαστραντώνης.


Είχε πάρει άριστα σε όλα και δεν "έπρεπε" να του επιτρέψουν τη φοίτηση. Όπως μαθεύτηκε τότε ο Πρύτανης του Πολυτεχνείου Γιώργος Κορωναίος, άνθρωπος του βασιλιά, αντέδρασε και κατάργησε "παρανόμως" το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων για το Πολυτεχνείο. Ετσι μπήκαν το 1949 ο Μάρκος Μάντακας γιος του στρατηγού και ο Βασίλης Πρώιμος (γιός του επιτελάρχη του ΕΛΑΣ Κρήτης, Στέφανου Πρώιμου και μετέπειτα σύζυγος της Φυλλίτσας Μάντακα κόρης του στρατηγού) στη σχολή Μηχανολόγων του Ε. Μ. Πολυτεχνείου.  Μετά την επιτυχία μου στο Πολυτεχνείο ήρθε η μητέρα μου με τα αδέλφια μου στην Αθήνα και ο πατέρας μου μετατέθηκε σαν Διευθυντής στη Γεωργική Σχολή Ασωμάτων Αμαρίου Ρεθύμνου. Εκεί πηγαίναμε τα καλοκαίρια και εκεί γνώρισα τη Ζωή Οικονόμου φοιτήτρια, τότε, της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Ειχαν έρθει στη σχολή για διακοπές δεδομένου ότι ο πατέρας της, υπάλληλος και αυτός Γεωργικής Υπηρεσίας, γνώριζε τον πατέρα μου .



Στο γάμο μας


Τα βάσανα του πατέρα μου δεν είχαν τελειώσει ακόμη. Στο Αστυνομικό τμήμα της περιοχής κάθε "αριστερού" υπήρχε ο φάκελός του. ΟΙ δεδηλωμένοι αριστεροί, χαρακτηριζόμενοι και σαν κομουνιστές είχαν τρεις διαγώνιες γραμμές στο πίσω μέρος του φακέλου, οι απλώς αριστεροί ή παιδιά δεδηλωμένων αριστερών χωρίς δράση ( π.χ. εγώ), είχαν δυο γραμμές Οι απλώς  ύποπτοι  ( π . χ .  ο   αδελφός μου μετά τον αποχαρακτηρισμό του πατέρα μου, που έγινε γύρω στο 1962), είχαν μία γραμμή και μόνο οι "εθνικόφρονες" δεν είχαν γραμμές.  Ετσι στο Αστυνομικό τμήμα της

Ζωή

Στο γάμο της Στέλλας.
περιοχής της Σχολής Ασωμάτων είχαν το φάκελό του πατέρα μου με τις τρεις γραμμές. Ο Αστυνόμος της περιοχής ζήτησε κάποτε από τον πατέρα μου το αυτοκίνητο της Σχολής για να του μεταφέρει ξύλα και ο πατέρας μου δεν του το έδωσε, Τότε του έκανε έκθεση και χαρακτήρισαν πάλι ενεργό κομουνιστή τον πατέρα μου. Μετά από πολλές ανακρίσεις δικαιώθηκε ο πατέρας μου, αποχαρακτηρίστηκε, και ο αστυνομικός τιμωρήθηκε και μετατέθηκε. Υστερα από λίγο μετατέθηκε και ο πατέρας μου στην Αθήνα από όπου πήρε τη σύνταξή του και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια με ηρεμία. Με μεγάλη μάλιστα ικανοποίηση είδε το 1981 να ανεβαίνει στην Κυβέρνηση η αντίπαλη της δεξιάς παράταξη. Πέθανε στις 19 Απριλίου του 1994 (87 ετών), αφού ευτύχισε να δει και δισέγγονο το Δημήτρη Καρκαντζό. Μετά την αποφοίτησή μου από το Πολυτεχνείο (1957), παρουσιάστηκα να υπηρετήσω τη στρατιωτική μου θητεία. Με έκαναν φαντάρο, σκαπανέα γιατί ο φάκελος που με συνόδευε είχε δυο γραμμές στο πίσω εξώφυλλο. Τότε επειδή οι μηχανικοί είμαστε λίγοι γινόντουσαν όλοι αξιωματικοί εκτός των "αριστερών". Το Μάρκο το Μάντακα και το Βασίλη τον Πρώιμο τους έκαναν μουλαράδες στο πυροβολικό, αυτοί είχαν τρεις γραμμές. Το 1961 προσλήφθηκα στον ΟΤΕ μετά από παρότρυνση του φίλου μου Γιώργου Κολοβού Αρχιτέκτονα που υπηρετούσε ήδη εκεί. Στο τέλος του χρόνου παντρεύτηκα τη Ζωή




.

KLAUS ΙΣΑΒΕΛΛΑ, ΤΑΣΟΣ, ΣΤΕΛΛΑ


Αλλά και στον ΟΤΕ με κυνηγούσε το προπατορικό αμάρτημα. Ο φάκελος με τις δυο γραμμές με ακολουθούσε. Επί δικτατορίας μου απαγόρευσαν να πηγαίνω σε κτίρια αρμοδιότητας ΝΑΤΟ και μόνο μετά από αίτηση παραίτησής μου, ο τότε Διοικητής του ΟΤΕ συνταγματάρχης, ένας ανοιχτόμυαλος άνθρωπος, Λεωνίδας Αλεξανδρόπουλος, έδωσε εντολή να μη με ξαναενοχλήσει κανείς. Μετά την απομάκρυνση της δικτατορίας, με μετέθεσαν στην Συντήρηση των Κτιρίων και Μηχανημάτων του ΟΤΕ με ελάχιστη δουλειά. Οι υφιστάμενοί μου Μηχανολόγοι δεν μου επέτρεπαν να έχω γνώμη σε μηχανολογικά θέματα. Το 1975 έδωσα κατατακτήριες εξετάσεις στο Πολυτεχνείο, πέρασα δεύτερος μεταξύ 38 υποψηφίων σε τρεις θέσεις, στο τρίτο έτος των Μηχανολόγων του ΕΜΠ. Σε τρία χρόνια πήρα και το δίπλωμα του Μηχανολόγου, με πολύ καλό βαθμό, σε ηλικία 45 ετών.

Όταν το ανακοίνωσα ότι θα δώσω εξετάσεις στο Πολυτεχνείο ο Μάρκος Μάντακας, που υπηρετούσε και αυτός στον ΟΤΕ,   μου είπε : "πως το λες, αν δεν πετύχεις δεν φοβάσαι μην εκτεθείς;" "Δεν το σκέφτηκα, του λέω, γιατί πιστεύω ότι θα πετύχω" . Κούνησε το κεφάλι και μονολογώντας είπε "μμμμ ναι οι Μαυρογένηδες είναι σκυλονέτουροι". Πράγματι επειδή οι Μαυρογένηδες είναι σκληρή, ιστορική και δυνατή οικογένεια οι Λακκιώτες θεωρούσαν ότι έχουν γονίδια σκύλου και γι αυτό τους θεωρούσαν σκυλονέτουρους δηλαδή από γενιά σκύλου. Στον ΟΤΕ με μετέθεσαν πάλι στην παλιά μου θέση. Υστερα από λίγο επί κυβερνήσεως Ράλλη, 1975 ή 1976, (η δεξιά πάντα στην κυβέρνηση), μου απαγόρευσαν να πηγαίνω σε έργα ΝΑΤΟ και να διαβάζω τα σχετικά έγγραφα. Είχε βγει πάλι ο φάκελος με τις δυο γραμμές στην επιφάνεια ίσως γιατί εκείνες τις μέρες είχαμε φιλοξενήσει τον αδελφό του πεθερού μου και το παιδί του, που είχαν επανακάμψει από την Τασκένδη. Στην Τασκένδη είχαν πάει σαν πρόσφυγες .




ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΔΡΟΣΙΑ




Η οικογένεια και ο  Θείος της Ζωής από την Τασκένδη ξαναγύρισαν με μεσολάβηση της αδελφής του πεθερού μου Κίτσας Ευθυμιάδη. Αντέδρασα με έγγραφα, διαμαρτυρόμενος και απαγόρευσα να δίνουν, όπως ήθελαν, τα θέματα ΝΑΤΟ κατευθείαν στους "εθνικόφρονες" υφισταμένους μου. Παράλληλα το έμαθε η Κίτσα από τη Ζωή. Κατέβηκε η Κίτσα στην Αθήνα και πήγαμε στον τότε Υπουργό Συγκοινωνιών Μούτσιο με μεσολάβηση του οποίου είχε έρθει ο αδελφός της από την Τασκένδη. Σε λίγες μέρες έληξε το πρόβλημα. Εκείνη την εποχή  είχα κάνει μια πολυκατοικία σε συνεργασία με το Θεόφιλο Διονυσόπουλο. Ο Θεόφιλος έμαθε ότι είχα πρόβλημα και επειδή ο προϊστάμενος του τμήματος ασφαλείας Ζωγράφου, ήταν ξάδελφός του, με πήρε και πήγαμε μαζί. Μπροστά μου κατέβασε το φάκελο, τότε πρόσεξα και τις δυο γραμμές. Τον άνοιξε και μου λέει δεν έχεις τίποτα σε βάρος σου, αλλά ρε παιδί μου μη διαβάζεις το ΒΗΜΑ, παίρνε την ΑΚΡΟΠΟΛΗ, τα ίδια γράφουνε!!! Αυτή ήταν η κατάσταση, σε παρακολουθούσαν συνεχώς.
Με την επιτυχία του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981 ανέβηκε στην κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, η αντίπαλη παράταξη της δεξιάς. Αργότερα οι φάκελοι κάηκαν με παράτες στη Χαλυβουργία Ελευσίνας. Λίγο πριν από τις εκλογές είχα μετατεθεί σαν προϊστάμενος επιβλέψεως του Διοικητικού Μεγάρου του ΟΤΕ στο Μαρούσι. Τα βάσανα ξανάρχισαν. Ο τότε Διοικητής του ΟΤΕ,  άνθρωπος του ΠΑΣΟΚ και οι υφιστάμενοί μου οπαδοί του ΠΑΣΟΚ, έκαναν ότι μπορούσαν για να βοηθήσουν τον εργολάβο. Οι εργολάβοι πάντα είναι με το μέρος της κυβέρνησης. Επί Ν.Δ. τα ίδια γινόντουσαν με τον ίδιο εργολάβο
Υστερα από λίγο ήθελε η Διοίκηση να υπογράψει μια σύμβαση χαριστική για τον εργολάβο. Εκανα αρνητική εισήγηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού, με μετέθεσε ο Διοικητής σε μια υπηρεσία αγοράς οικοπέδων και η εισήγηση επεστράφη στον αντικαταστάτη μου άνθρωπο του ΠΑΣΟΚ, χωρίς να φθάσει στο Διοικητικό Συμβούλιο και χωρίς να



ΣΤΕΛΛΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ


Με το σκύλο μας το Ρούντι.
προωθηθεί ποτέ προς αυτό. Στην υπηρεσία αυτή έμεινα δύο περίπου χρόνια και ασχολήθηκα με την εκμάθηση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Παράλληλα ενώ είχα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα δεν είχα ακόμη προαχθεί στο βαθμό του Διευθυντή γιατί ποτέ δεν εντάχθηκα σε κανένα κόμμα πιστός στις παραδόσεις των προγόνων μας που πολέμησαν επί αιώνες, χωρίς χρηματικές απολαβές, για ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.


Ο βαθμός του Διευθυντή σου έδινε τότε το δικαίωμα να πάρεις σύνταξη μετά από υπηρεσία 25 ετών. Με αγωγή κατά του ΟΤΕ ζητούσα τη δικαίωσή μου. Είχαν γίνει 41 αγωγές για παρόμοιες υποθέσεις και το Διοικητικό συμβούλιο αποδέχτηκε τις 40 (ήταν όλοι του ΠΑΣΟΚ, οι της ΝΔ είχαν προαχθεί κανονικά!!!), τελεσίδικα και μόνο τη δική μου την δέχτηκε με την επιφύλαξη απόφασης του Αρείου Πάγου όπου την παρέπεμψε, δεν ανήκα βλέπεις σε κανένα κόμμα. Την εποχή εκείνη Υποδιοικητής του ΟΤΕ ήταν ο Θεοφάνης Τόμπρας, απόστρατος συνταγματάρχης και προσωπικός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου. Είχε έρθει σε ρήξη με τον Διοικητή και μου ζήτησε να τον βοηθήσω με τα στοιχεία που είχα να τον απομακρύνει  από τον ΟΤΕ. Πράγματι του έδωσα την εισήγηση που είχα κάνει και με βάση την οποία δεν εδικαιούτο ο εργολάβος το υπέρογκο ποσόν που τελικά πήρε και το έγγραφο επιστροφής της εισήγησης, αφού ...με είχε αντικαταστήσει, με το ερώτημα αν ο νέος αρμόδιος επέμενε για την επαναεισαγωγή της στο Δ.Σ του ΟΤΕ.  Παράλληλα μου ζήτησε ο Τόμπρας να ξαναπάω στην θέση προϊστάμενου της Επίβλεψης του Διοικητικού Μεγάρου (Ο Τόμπρας εκτιμούσε ιδιαίτερα την εντιμότητά μου). Δεν δέχτηκα να πάω γιατί είχα αηδιάσει. Μετά την παραπάνω απόφαση παραπομπής μόνο της δικής μου αγωγής στον Αρειο Πάγο πήγα στον Τόμπρα και του ζήτησα να παρέμβει. Ετσι και έγινε, μόλις έγινα διευθυντής υπέβαλα την παραίτησή μου μετά από 25 χρόνια και τρεις μήνες υπηρεσία στον ΟΤΕ.
Η οικογένεια Γεωργίου Μαυρογένη (του πατέρα μου ) όπως γράφω και παραπάνω έχει δύο ακόμη παιδιά, τον Τάσο και την Ισαβέλλα που σπούδασαν Αρχιτεκτονική. Ο Τάσος παντρεύτηκε την Γκύτε και απέκτησαν τον Μάρτιν και την Ηρώ και η Ισαβέλλα παντρεύτηκε τον Klaus - Arens. Δυστυχώς τη χάσαμε, το 2003, από καρκίνο σε ηλικία 59 χρόνων μόνο. (http://www.isabmavro.blo gspot.com    http://www.mavrogeni.gr/ )

Εγώ με τη Ζωή Οικονόμου, αποκτήσαμε δύο παιδιά τη Στέλλα που σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια πήρε master MBA και το Γιώργη που σπούδασε Πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μετά πήρε master ΜA στο City University του Λονδίνου και στη συνέχεια διδακτορικό στις Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα. Η Στέλλα παντρεύτηκε το 1992 τον Αλέξανδρο Καρκαντζό Ναυπηγό του ΕΜΠ, ανώτατο υπάλληλο του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας τότε και εκπρόσωπο της Ελλάδας στον διεθνή ναυτιλιακό οργανισμό IMOS του ΟΗΕ, master MBA και απέκτησαν δυο παιδιά το Δημήτρη και το Βασίλη. Τα εγγόνια μου είναι σπουδαία παιδιά και ξέρουν ότι είναι και λίγο Κρητικοί και καμαρώνουν γι αυτό. Ο Δημήτρης κάποτε είδε να χορεύουν Κρητικοί πεντοζάλι του άρεσε και 


Αικ. Μαυρογένη, Βασ. Σταμ. Μαυρογένης, Γεώργιος,
Βασίλης και Στέλλα Μαυρογένη δισέγγονο της Αικατερίνης.

Μια φωτογραφία τέσσερεις γενιές
 
προσπάθησε χορέψει και αυτός. Όταν κάποτε άκουσε ο Βασίλης την ιστορία με το "καπετανιλίκι" του Γιώργη μας, μου είπε και εγώ παππού είμαι καπετάνιος. Από τότε όταν του τηλεφωνώ του λέω γεια σου καπετάν Βασίλη και αυτός σοβαρά σοβαρά μου ανταπαντά, γειά σου καπετάν παππού.


Τους υποσχέθηκα ότι θα τους πάω στο φαράγγι της





Δημήτρης και Βασίλης Καρκαντζός στο φαράγκι
.

Σαμαριάς, στους Λάκκους και στον Oμαλό και τα κατάφερα. Τον Ιούλιο του 2007 το περάσαμε, οι τρεις μας, σε 6 ώρες τα 18 χιλιόμετρα χωρίς να κουραστούμε καθόλου!!!.


Εχουμε πιά (2014 πλέον)  τέσσερα εγγόνια το Δημήτρη 20 χρόνων φοιτητή του Οικονομικού της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών,, τον Βασίλη 17, υποψήφιο της Νομικής,  τη Λίλα 7 στην πρώτη Δημοτικού και τη Ζωή 4 στην ...πρώτη του Νηπιαγωγείου. Είναι πανέξυπνα παιδιά



Ο Βασίλης ακολουθώντας τα βήματα του παππού του, είναι άριστος μαθητής, επίσης  πήρε έπαινο στον πανελλήνιο διαγωνισμό της έκτης δημοτικού, από την Ελληνική  Μαθηματική εταιρεία και όταν ήταν στη Β Λυκείου σε πανελλήνιες εξετάσεις ήρθε τρίτος και μαζί με 16 κορίτσια και 7 αγόρια ακόμη πήγαν στο Στρασβούργο στην Ευρωβουλή σαν εκπρόσωποι της Ελλάδας.













BΑΣΙΛΗΣ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ





Γεννήθηκα στις 11 Απριλίου του 1933 στην Αθήνα. Ο πατέρας μου, 27 χρόνων τότε, μόλις είχε τελειώσει την Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή και η μητέρα μου 25, υπηρετούσε σαν υπάλληλος στην ΑΕΤΕ (προκάτοχο του ΟΤΕ).

Υστερα από λίγο , οι γονείς μου μετατέθηκαν στα Χανιά της Κρήτης όπου γεννήθηκε το 1935, το δεύτερο παιδί της οικογένειας ο Μανόλης που πέθανε λίγο μετά τη γέννησή του.

1933
Μετά τέσσερα χρόνια γεννήθηκε στα Χανιά επίσης στις 23 Απριλίου 1938 ο Τάσος, και στις 12 Ιανουαρίου 1944 στο Ρέθυμνο η Ισαβέλλα.


Το 1939 μετατέθηκε ο πατέρας μου στο Ρέθυμνο και η μητέρα μου πήρε σύνταξη. Στο Ρέθυμνο πήγα στο νηπιαγωγείο της κ. Αμαλίας Ζαννιδάκη. Ηταν το μόνο ιδιωτικό δημοτικό σχολείο του Ρεθύμνου. Το Ρέθυμνο είχε τότε 9000 κατοίκους.

Οι Ρεθυμνιώτες είχαν έφεση στα γράμματα. Πολλοί καθηγητές πανεπιστημίου προέρχονται από το Ρέθυμνο.  Συμμαθητές μου στο δημοτικό ήταν ο Σπανδάγος, ο Πορτάλιος, ο Γενεράλης, ο Σφηνιάς, ο Λυράκης , ο Μαρκιανός, ο Λίτινας, ο Γαβαλάς, ο Βλαστός, η Καλέργη και άλλοι οι οποίοι επί 
1938
το πλείστον προήρχοντο από παλιές βυζαντινές και ενετικές αρχοντοοικογένειες.

Μετά την Τετάρτη δημοτικού πήγα στην πρώτη του τότε οκτατάξιου Γυμνασίου. Στη συνέχεια ξαναγυρίσαμε στην έκτη δημοτικού, γιατί το γυμνάσιο έγινε εξατάξιο.

Πριν τελειώσω την έκτη δημοτικού μετατέθηκε ο πατέρας μου στα Χανιά. Τα χρόνια αυτά 1938-1945, (η περίοδος του β΄ παγκόσμιου πόλεμου και ο εμφύλιος) ήταν γεμάτα περιπέτειες που τα εξιστορώ στο προηγούμενο κεφάλαιο

Στα Χανιά ο πατέρας μου αποσπάσθηκε στην αρχή σαν Γεωπόνος των Αγροτικών φυλακών Αγυιάς επτά χιλιόμετρα από τα Χανιά.

Ηταν εποχή αμέσως μετά τον πόλεμο (1945) και υπήρχε μεγάλη κρίση στέγης στις πόλεις. Ετσι επειδή δε βρίσκαμε σπίτι στα Χανιά, μείναμε στην Αγυιά σε ένα πολύ ωραίο κτίριο που το είχαν κτίσει οι Γερμανοί για το προσωπικό των φυλακών έξω από τις φυλακές.

Εγώ όμως είχα πολύ σοβαρό πρόβλημα να πηγαίνω κάθε μέρα στο σχολείο γιατί την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν συγκοινωνίες (δύο ώρες περίπου με τα πόδια). !!

Η επιστροφή γινόταν πάλι με τα πόδια αλλά όλο και βρισκόταν κάποιο φορτηγό που περνούσε και μας ανέβαζε μέχρι τις φυλακές. Υπήρχε και συγκοινωνία προς το χωριό Γαλατάς, (μισή ώρα με τα πόδια από την Αγυιά), για την επιστροφή, αλλά είχε αναχώρηση από τα Χανιά στις έξι το απόγευμα και δεν μας ήταν πολύ βολική, εκτός του ότι κάπνιζαν μέσα στο αυτοκίνητο και η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική..

Στην Αγυιά πέρασα πολύ καλά. Ενας λογιστής των φυλακών μου έμαθε σκάκι και τάβλι. Παίζαμε γύρω στα δεκαπέντε παιχνίδια κάθε μέρα, ήμουν τότε 12 χρόνων.

Ενας φύλακας μου χάρισε μια καραμπίνα σκοποβολής (των 22) και κάμποσα κουτιά σφαίρες που τα είχαν παρατήσει οι Γερμανοί. Εγινα εξπέρ στο σκάκι και τη σκοποβολή τόσο που αργότερα στο Πολυτεχνείο ήμουν στη σκοπευτική και στη σκακιστική ομάδα που έδινε αγώνες με άλλες σχολές και συχνά ήταν στις τρεις πρώτες θέσεις..

Όταν ήρθε ο χειμώνας, ο πατέρας μου είδε ότι το πρόβλημα της μετάβασης στο σχολείο ήταν σοβαρό για ένα παιδί δώδεκα χρόνων και έτσι νοικιάσαμε κάποιο υπόγειο στα Χανιά. Το υπόγειο αυτό είχε ένα δωμάτιο κλειδωμένο και κάθε πρωί βλέπαμε κοντά στην ενδιάμεση πόρτα και ένα μεγάλο μαύρο σκορπιό. Ο  πατέρας μου φοβήθηκε γιατί όταν ήταν μικρός τον είχε κεντρώσει σκορπιός στον Ομαλό (έχει και εκεί πολλούς). Η μητέρα μου, μας διηγείτο ότι όταν ήμουν τεσσάρων χρόνων και είχα πάθει κοκίτη με πήγαν στον Ομαλό για να γίνω καλά, (φαίνεται ότι το υψόμετρο βοηθούσε). Κάποια μέρα που ήμουν στο κρεβάτι και αφού είχα φαει το φαγητό μου πηγαίνοντας να ξαπλώσω, βλέπει ένα σκορπιό που είχε πέσει από τη στέγη στο μαξιλάρι μου!!. Από ότι έλεγε παρολίγο να με κέντρωνε στο κεφάλι και πιθανόν ένα τέτοιο κέντρωμα να ήταν μοιραίο.







1943 στο Ιδιωτικό σχολείο στο Ρέθυμνο




Τέλος πάντων στα Χανιά, φύγαμε από το υπόγειο και μας έβαλαν σε ένα δωμάτιο επιταγμένο κοντά στην παραλία. Μετά από ένα χρόνο μας έβαλαν, πάλι σε ένα επιταγμένο δωμάτιο, σε ένα σπίτι στην οδό Γιαμπουδάκη στα Χανιά με άλλες δύο οικογένειες. Εκει συνέβη και το γεγονός της παρ ολίγο εκτελέσεως του πατέρα μου.

Πολύ αργότερα το 1950 βρήκαμε και νοικιάσαμε ένα κανονικό σπίτι, που κατοικούσε η οικογένεια του α εξαδέλφου του πατέρα μου του Μάρκου Παπαπαναγιωτάκη, πολιτικού Μηχανικού  και η οποία μετακόμισε στην Αθήνα.

Μετά από την έκτη δημοτικού πήγα στην πρώτη τάξη του εξατάξιου Γυμνασίου - Λυκείου.

Η επίδοσή μου στα μαθήματα ήταν πολύ καλή. Τα καλοκαίρια πήγαινα στους Λάκκους όπου περνούσα πολύ ωραία, αλλά και εκεί δεν έλειπαν τα επεισόδια .

Οπως αναφέρω στο προηγούμενο κεφάλαιο είχαμε προβλήματα από τον εμφύλιο πόλεμο.






Σπουδαστής



Το 1950 πια άρχισαν να ηρεμούν τα πράγματα. Ο εμφύλιος είχε τελειώσει. Το 1951 ήρθα στην Αθήνα να δώσω εξετάσεις για το Πολυτεχνείο και το Πανεπιστήμιο.

Τότε διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα να εισαχθώ στο Πανεπιστήμιο, στη Μαθηματική Σχολή που με ενδιέφερε γιατί χρειαζόταν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων! Σημειώνω ότι ήμουν πάρα πολύ καλός στα μαθηματικά είχα μάλιστα έρθει τρίτος στον πανελλήνιο διαγωνισμό της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας, που γινόταν για τους μαθητές της τελευταίας τάξης του Λυκείου.

Ετσι έδωσα μόνο στο Πολυτεχνείο που δεν ζητούσαν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και πέτυχα στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών με πολύ καλή σειρά. Το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων το έστελνε υπηρεσιακά το αστυνομικό τμήμα και μετά δεν έβγαζαν αποτελέσματα για τους υποψηφίους αριστερών φρονημάτων. Το ίδιο συνέβαινε και στο Πολυτεχνείο μέχρι το 1948 που έδωσε εξετάσεις ο μετέπειτα καθηγητής του ΜΙΤ των ΗΠΑ Γιώργος Μαστραντώνης. Είχε πάρει άριστα σε όλα και δεν "έπρεπε" να του επιτρέψουν τη φοίτηση. Όπως μαθεύτηκε τότε ο Πρύτανης του Πολυτεχνείου Γιώργος Κορωναίος, άνθρωπος του βασιλιά, αντέδρασε και κατάργησε, με προσωπική του ευθύνη το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων για το Πολυτεχνείο . Την εποχή εκείνη οι Ελληνες είχαν χαρακτηρισθεί σαν εθνικόφρονες και σαν αριστεροί (κομουνιστές και συνοδοιπόροι!!) . Οι Ελληνες είχαν χωρισθεί σε κατηγορίες: Εθνικόφρονες (δεξιοί και δοσίλογοι) και συνοδοιπόροι (Χ, Α, Β, Γ, δηλαδή ύποπτοι, αριστεροί χωρίς δράση, αριστεροί με μικρή δράση, δεδηλωμένοι αριστεροί με δράση, χαρακτηριζόμενοι και σαν κομουνιστές). Οι τελευταίοι ήσαν ή εξορία ή στη φυλακή). Ολοι είχαν στο Αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους ένα φάκελο , που στο πίσω μέρος ανάλογα με την κατηγορία (Χ, Α, Β ή Γ), του αριστερού είχε μια, δυο ή τρεις διαγώνιες μεγάλες γραμμές. Ετσι με μια ματιά ο Αστυνόμος ήξερε τι σε έχουν χαρακτηρίσει, βλέποντας τις διαγώνιες γραμμές στο πίσω μέρος του φακέλου. Ο πατέρας μου ήταν Β και μόνο αργότερα το 1955 τον έκαναν Α. Εγώ ήμουν Α λόγω συγγενείας με αριστερό! Ο αδελφός μου μετά τον αποχαρακτηρισμό του πατέρα μου, που έγινε γύρω στο 1962, είχε χαρακτηρισθεί Χ. Οι Α και Β δεν είχαν δικαίωμα να διοριστούν σε δημόσιες θέσεις ούτε να σπουδάσουν σε σπουδές που θα τους επέτρεπαν να "προσηλυτίσουν" άλλους π.χ καθηγητής. Στους Β δεν έδιναν διαβατήριο, άδεια οδήγησης ή άδεια καφενείου, περιπτέρου κ.λ.π.. Στο στρατό τους Α, Β τους έκαναν φαντάρους χωρίς ειδικότητα π.χ. σκαπανέας στο Μηχανικό , ημιονηγός (κοινώς μουλαράς), στο Πυροβολικό, ενώ τους Γ τους έστελναν εξορία στη Μακρόνησο για ανάνηψη! Εκεί μετά από πολλά βασανιστήρια, όσους αποχαρακτήριζαν, τους έστελναν στο Γράμμο και την Πίνδο να πολεμήσουν τους αντάρτες (συμμορίτες κατά τους δεξιούς).


Η εισαγωγή στο Πολυτεχνείο την εποχή εκείνη ήταν πολύ δύσκολη και μάλιστα για ένα μαθητή από την επαρχία. Ο αριθμός των εισαγομένων πάρα πολύ μικρός. Για να πετύχεις στο Πολυτεχνείο έπρεπε να γράψεις εξετάσεις σε Εκθεση Αλγεβρα, Γεωμετρία, Τριγωνομετρία, Φυσική και Χημεία. Για την επιτυχία χρειαζόταν 36 μονάδες (άριστα το 10 σε κάθε μάθημα, αλλά σπάνια έπαιρνε κανείς πάνω από 8), και 15 μέσο όρο στα μαθηματικά. Το 1951 μόλις τέλειωσα το Λύκειο ήρθα το καλοκαίρι στην Αθήνα για φροντιστήριο. Με φιλοξένησε η αδελφή της μητέρας μου η Ευσεβία Παπαγρηγοράκη. Είχε ένα δωμάτιο σε υπόγειο στην οδό Ιθάκης 16 στην Κυψέλη. Αυτή πήγε και έμεινε με την κόρη της τη Ζωζώ και ερχόταν κάθε δυο, τρεις μέρες και μου έφερνε φαγητό. Τις άλλες μέρες έτρωγα σε μαγέρικα για εργένηδες. Οι συνθήκες ήταν για τους πιο πολλούς πολύ δύσκολες. Βρισκόμαστε λίγο μετά το τέλος του εμφυλίου. Οι μισθοί των υπαλλήλων ήταν πενιχροί. Ο πατέρας μου μόλις είχε απολυθεί από την υπηρεσία του για λόγους φρονημάτων. Στο υπόγειο της οδού Ιθάκης έμεναν άλλες δύο οικογένειες με κοινή κουζίνα και κοινό λουτρό χωρίς μπανιέρα. Οι μπανιέρες ήταν είδος πολυτελείας και υπήρχαν κυρίως σε νεοαναγειρόμενες οικοδομές που δειλά δειλά είχαν αρχίσει να κατασκευάζονται. Το μπάνιο γινόταν στη σκάφη (για όσους δεν ξέρουν ήταν ένα κατασκεύασμα από  ξύλο ή από γαλβανισμένη λαμαρίνα 50 επί 80 περίπου εκ. και βάθους 20 εκ. Σε αυτήν έπλεναν τα ρούχα κάθε 15 μέρες περίπου και μια φορά τη βδομάδα ζέσταιναν νερό σε μια χύτρα και πλενόντουσαν στη σκάφη).

Την εποχή εκείνη, 18 χρόνων, πρωτόβαλα κουστούμι, ήταν δώρο της θείας Ευσεβίας!. Μέχρι τη δεύτερη λυκείου φορούσαμε … κοντό παντελόνι, μέχρι το γόνατο για λόγους οικονομίας! Στην τελευταία τάξη του λυκείου μας έπαιρναν ένα και μοναδικό μακρύ παντελόνι. Αργότερα στην τέταρτη τάξη του Πολυτεχνείου μου αγόρασε ο πατέρας μου ένα κουστούμι μεταχειρισμένο σε άριστη κατάσταση από πολύ καλό ύφασμα λίγο φαρδύ μου. Το κουστούμι αυτό το φορούσα και τα πρώτα χρόνια σαν μηχανικός. Προερχόταν από κάποιο που το έκανε για να παντρευτεί και μετά από ανάγκη το πούλησε! Παλτό δεν είχα παρά μόνο πολύ αργότερα όταν έγινα μηχανικός. Και μάλιστα δεν το φόρεσα ποτέ γιατί είχα πείσει τον εαυτό μου ότι ήταν περιττό είδος!! Περιέργως το πιστεύω ακόμη και σήμερα, δεν μπορώ να διανοηθώ τον εαυτό μου με παλτό! Όταν το σκέφτομαι γελάω.

Πρέπει να πω εδώ ότι οφείλω πάρα πολλά στη θεία την Ευσεβία γιατί μου συμπαραστάθηκε ηθικά πάρα πολύ, μέχρι σημείου που είπε στους δικούς μου ότι θα αναλάβει όλα τα έξοδα, όταν σε κάποια δύσκολη στιγμή η μητέρα μου εξέφρασε την αμφιβολία αν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στα έξοδα για να σπουδάσω, όταν ο πατέρας μου ήταν απολυμένος για πέντε χρόνια από το Δημόσιο. Ευτυχώς δε χρειάσθηκε. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου με πολλή δυσκολία στερούμενοι κατάφεραν να σπουδάσουν και τα τρία παιδιά τους.

Πρέπει να τονίσομε εδώ ότι η δικιά μας γενιά έδωσε πολύ περισσότερα στα παιδιά της από ότι έδωσαν οι γονείς μας σε μας. Πλην όμως οι γονείς μας στερήθηκαν για να μας δώσουν αυτά τα λίγα που μας έδωσαν , ενώ εμείς αγωνιστήκαμε, κουραστήκαμε αλλά δε στερηθήκαμε.

Τις Κυριακές πήγαινα χωρίς καμιά προειδοποίηση, δεν υπήρχε άλλωστε και τηλέφωνο, στα σπίτια συγγενών και έτρωγα. Οι συγγενείς θεωρούσαν υποχρέωση να βοηθήσουν ένα νέο άνθρωπο που χρειαζόταν βοήθεια. Ετσι συχνά έτρωγα σε αδέλφια και σε πρώτα ξαδέρφια του πατέρα μου και της μητέρας μου. Στη Ζωζώ Κοσπεντάρη κόρη της θείας Ευσεβίας, στον αδελφό του πατέρα μου το Μανόλη, στης Χιώτισσας, όπως λέγαμε τη γυναίκα του, από την καταγωγή της. Με τα πρώτα ξαδέλφια μας είμαστε κάτι περισσότερο από αδέλφια και εξακολουθούμε και σήμερα. Ο Νίκος, ο Γιάννης, ο Αχιλέας Σκουλάς η Καίτη, ο Βασίλης του Μανόλη και του Σταμάτη, Η Εύχαρις η Κατερίνα είναι όλοι τους άνθρωποι που αγωνίστηκαν δίπλα μας και πάντα σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλο έστω και αν βλεπόμαστε πια πολύ αραιά σε κανένα γάμο και καμιά κηδεία. Επίσης όταν ήμουν φοιτητής, έτρωγα συχνά στο Μάρκο Παπαπαναγιωτάκη Πολιτικό Μηχανικό, πρωτεξάδελφο του πατέρα μου, και στο σπίτι του στρατηγού Μάντακα αδελφού της γιαγιάς μου . Ο Παπαπαναγιωτάκης ήταν σχετικά ανάπηρος, με ατροφικά πόδια, είχε πάθει πολυμιελίτιδα όταν ήταν μικρός, περπατούσε όμως με τη βοήθεια μπαστουνιού και οδηγούσε αυτοκίνητο, μόνο με τα χέρια, κατάλληλα διαμορφωμένο. Πολύ ισχυρός χαρακτήρας, άλλωστε πως θα μπορούσε αλλιώς να επιβιώσει. Ηταν πάρα πολύ καλός μαθητής και ήρθε στην Αθήνα το 1933 να σπουδάσει. Εμενε σε ένα υπόγειο δωμάτιο με άλλον ένα συμφοιτητή του και το μεσημέρι έτρωγε κρυφά σε μια μονάδα συνεργείων του στρατού, στο Παγκράτι που ήταν επιλοχίας ο αδελφός του πατέρα μου ο Μανόλης. Πήγε στο φροντιστήριο του Λαμπρινόπουλου και άκουγε το μάθημα έξω από την πόρτα. Ο Λαμπρινόπουλος τον είδε και του είπε να περάσει μέσα. Ο Μάρκος του λεει δεν έχω λεφτά. Δεν πειράζει έλα. Τον σύστησε σε παιδιά του Γυμνασίου και με μαθήματα που τους έκανε, έβγαζε λίγα χρήματα. Με τέτοιες συνθήκες κατάφερε να τελειώσει το Πολυτεχνείο και να διοριστεί στο Υπουργείο Δημοσίων Εργων στην Πολεοδομία όπου ήταν το φόβητρο των Μηχανικών στον έλεγχο των στατικών μελετών.

Το 1951 έδωσα λοιπόν στο Πολυτεχνείο αλλά δεν πήρα τις 36 μονάδες για να εισαχθώ, είχα πάρει μόνο 31 και κανείς περισσότερες από 31. Οσοι είχαν πάνω από 31 είχαν εισαχθεί με 36 μονάδες. Ουσιαστικά έπαιζε ρόλο η σειρά επιτυχίας αφού την εποχή εκείνη ο αριθμός των εισακτέων ήταν μόλις 70 για τους Πολιτικούς μηχανικούς 35 για τους Μηχανολόγους και 50 για τους Αρχιτέκτονες. Σημειώνω εδώ ότι με την πρώτη έμπαιναν, στους Πολιτικούς μηχανικούς, 6 - 7 μόνο υποψήφιοι και αυτοί ήταν Αθηναίοι, μαθητές του Βαρβακείου.

Η αποτυχία μου ήταν φοβερή, αν δεν είχα την ηθική συμπαράσταση της θείας Ευσεβίας θα είχα υποχρεωθεί υπό το βάρος των περιστάσεων να εγκαταλείψω.



Το δίπλωμα της Μαθηματικής εταιρείας

Την επόμενη χρονιά ήρθα στην Αθήνα κατά το Φεβρουάριο για φροντιστήριο . Ο πατέρας ευτυχώς, είχε ξαναγυρίσει στην υπηρεσία και έτσι θα μπορούσε να μου στέλνει περίπου σε σημερινή αντιστοιχία 400 ευρώ το μήνα, για ενοίκιο, φροντιστήριο και φαγητό, πολύ λίγα αλλά αρκετά όταν ο μόνος σκοπός ήταν να σπουδάσεις. Βέβαια το φαγητό της Κυριακής ήταν εξασφαλισμένο και έτσι με καμιά 200ριά ευρώ περνούσε ο μήνας για φαγητό, άλλες 130 το φροντιστήριο, 50 ενοίκιο και τα υπόλοιπα 20 έξοδα κίνησης, γραφική ύλη κ.λ.π.!!!, διασκέδαση μηδέν, άλλωστε δεν είχαμε και ελεύθερο χρόνο. Παρόλα αυτά δεν υπήρχε πρόβλημα ( 2000 ο μισθός ενός υπαλλήλου την εποχή εκείνη)
Το μεγαλύτερο μέρος των υποψηφίων και σπουδαστών, ήταν στην ίδια μοίρα και μερικοί ακόμη πολύ χειρότερη. Ηρθα στην Αθήνα λοιπόν Οκτώβρη του 1951, μαζί με το Μιχάλη Κατσούλη υποψήφιο και αυτόν, γιο του Γυμνασιάρχη μας Αριστογείτονα Κατσούλη. Ειχαμε βρει κάποιο δωμάτιο με 100 ευρώ το μήνα σε μια οδό κοντά στη Πάντειο. Ερημιά την εποχή εκείνη. Το δωμάτιο 3 Χ 3,50 περίπου, μόνο με σουβά και γκρο μπετόν κάτω, χωρίς θέρμανση, μια πόρτα με κενό κάτω 10 εκ. για να μπει το πάτωμα........ μελλοντικά και ίσα ίσα να χωρά τα δυο κρεβάτια μας, χωρίς ντουλάπα φυσικά με κοινόχρηστη τουαλέτα και χωρίς ζεστό νερό. Στον ίδιο όροφο έμενε σε ένα δωμάτιο ένας δόκιμος αξιωματικός, στην κουζίνα ένας άλλος φοιτητής και σε ένα άλλο δωμάτιο ένας ακόμη φοιτητής με δυο αδέρφια του. Κοινή τουαλέτα για όλους. Φυσικά εκτός από σκούπισμα μια φορά τη βδομάδα δεν χρειαζόταν και τίποτα άλλο. Το κρύο τσουχτερό αλλά είχαμε πολλή δύναμη γιατί η μόνη ελπίδα μας ήταν να μπούμε σε κάποια σχολή. Δεν υπήρχαν ψυγεία, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, τηλέφωνα ή θέρμανση. Γράφαμε κανένα γράμμα στους δικούς μας κάθε 10, 15 μέρες. Θυμάμαι ακόμη τα γράμματα του γυμνασιάρχη Κατσούλη στο γιο του, λιγόλογα αλλά περιεκτικά.


"Αγαπητέ Μιχάλη χαίρε,

Είμεθα καλά και το αυτό ευχόμεθα και δι εσέ,

Μιχάλη

τρώγε επαρκώς, ενδύου καλώς, εις τας απεργίας απέχου.

Η Μητέρα σου και αι αδελφαί σου σε ασπάζονται.

Ο Πατήρ σου.

Αριστογείτων Κατσούλης"




Τις γιορτές των Χριστουγέννων δεν πηγαίναμε στην Κρήτη γιατί δεν περίσσευαν λεφτά για τα εισιτήρια ! Πήγαινα βέβαια στους συγγενείς και περνούσα οικογενειακά. Ο Μάρκος ο Παπαπαναγιωτάκης είχε παντρευτεί πια, ήταν υπάλληλος της Πολεοδομίας είχε καλό μισθό και έκανε και ιδιωτικά πολλές μελέτες που του απέφεραν σημαντικό για την εποχή εισόδημα (μην περιμένετε και σπουδαία πράγματα, μιά ζωή σπούδασε τα δυό παιδιά του και απέκτησε και ένα τριάρι διαμέρισμα κάπου στα Ιλίσια σε πολυκατοικία, α ναι είχε αγοράσει και ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο!!!). Τα προηγούμενα χρόνια που ήταν ακόμη απάντρευτος έμενε με τη μητέρα του, αδελφή της γιαγιάς μου, σε ένα δωμάτιο. Το χειμώνα είχε ένα σωληνάκι στο παράθυρο και φυσούσε έξω τον καπνό γιατί ενοχλούσε την μητέρα του !

Μετά από λίγους μήνες τοποθετήθηκε ο πατέρας μου σαν Διευθυντής στη Γεωργική Σχολή Ασωμάτων Αμαρίου Ρεθύμνης και έτσι διέθετε δωρεάν στέγη και φθηνό φαγητό. Αποφασίστηκε λοιπόν ότι ήταν σκόπιμο να έρθουν όλοι οι άλλοι πλέον στην Αθήνα, για να πάρουν σειρά για σπουδές και τα δυο μικρότερα αδέρφια μου.

Νοικιάσαμε ένα υπόγειο στην Αγία Παρασκευή και από εκεί συνέχισα πια με καλύτερες συνθήκες να πηγαίνω στο φροντιστήριο Κανέλλου στην Πλατεία Αμερικής. Το καλοκαίρι η μητέρα και τα αδέλφια μου έφυγαν για την Κρήτη και εγώ έμεινα στην Αγία Παρασκευή με ένα πρώτο μου εξάδελφο, το Νίκο Σκουλά - συνταξιούχο στρατηγό σήμερα- και παρακολουθούσαμε και οι δυο φροντιστήριο. Τις Κυριακές ψήναμε φαγητό στο φούρνο της περιοχής και τις καθημερινές βολευόμαστε όπως όπως με κάποιο δέμα που μας στέλνανε από την Κρήτη. Εκεί κοντά έμενε και ο αδελφός του πατέρα μου ο Μανώλης με την οικογένειά το και τα τρία παιδιά του την Καίτη, το Βασίλη και την Εύχαρί.

Ο πατέρας του ξαδέλφου μου, του Νίκου Σκουλά,  είχε δολοφονηθεί κατά τον εμφύλιο και παρόλο που ήταν καλός μαθητής έπρεπε να βολευτεί με τη Σχολή Ευελπίδων που θα είχε δωρεάν φοίτηση. Τη χρονιά εκείνη όταν βγήκαν τα αποτελέσματα ήμουν στην Αθήνα, θυμάμαι ότι ήμουν στο Πολυτεχνείο όταν γινόταν η ανάρτηση των αποτελεσμάτων. Πριν κολλήσουν τη σελίδα με το Μ είδα το επίθετό μου κοκκινισμένο. Θρίαμβος, η πιο συνταρακτική στιγμή της ζωής μου, είχα πετύχει στο Πολυτεχνείο, τα πράγματα έπαιρναν πια το δρόμο τους. Εφυγα από το Πολυτεχνείο και πήγα προς τη σχολή. Ευελπίδων να δω τα αποτελέσματα του ξαδέλφου μου. Τον συνάντησα λίγο πριν από τη Σχολή να κλαίει, κατάλαβα. Η στεναχώρια μου ήταν τόση που δεν χάρηκα για την επιτυχία μου. Ευτυχώς την επόμενη χρονιά πέτυχε και εκείνος. Λίγο αργότερα μπήκε στη Σχολή Ευελπίδων και ο αδελφός του και έτσι μπόρεσαν να βοηθήσουν, με πολλές στερήσεις τον επόμενο αδελφό , να μπει στο Πολυτεχνείο και να γίνει Πολιτικός Μηχανικός. Η επιτυχία σε ανώτατη σχολή σήμαινε βεβαιότητα για αλλαγή ζωής. Σήμερα οι νέοι δεν μπορούν ίσως να το καταλάβουν. Τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα, ένας συμμαθητής μου στο λύκειο δεν είχε χρήματα να έλθει στην Αθήνα και κατετάγη εθελοντής στο στρατό και ως εθελοντής ήρθε στην Αθήνα και κατάφερε χωρίς φροντιστήριο να μπει στη σχολή Ευελπίδων. Μάλιστα αν δεν κάνω λάθος στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου ερχόταν ξυπόλυτος στο σχολείο στα Χανιά.

Ο Κανέλλος, το καλύτερο φροντιστήριο για το Πολυτεχνείο της εποχής εκείνης, όταν πήγα φροντιστήριο για να δώσω εξετάσεις για δεύτερη φορά είχε απορήσει πως δεν με πήραν στο Πολυτεχνείο με 31 και 15 μονάδες στα τρία μαθήματα των Μαθηματικών, και μου είχε πει Μαυρογένη μη στεναχωριέσαι, θα μπεις στο Πολυτεχνείο από τους πρώτους. Πράγματι στις επόμενες εξετάσεις πήρα 42 μονάδες και ήμουν στους 10 πρώτους. Ο πρώτος είχε πάρει 48, με άριστα τις 60 μονάδες (ο Κώστας Αμπακούμκιν καθηγητής σήμερα στο Πολυτεχνείο).

Είχαμε πετύχει 72 όλοι πολύ καλοί και έξυπνοι  μαθητές. Από τους 72 ένας έμεινε στη δεύτερη τάξη από κακία κάποιου καθηγητή. Για να περάσεις την τάξη έπρεπε να έχεις τουλάχιστο 5,5 σε κάθε μάθημα, αλλά μέσο όρο σε όλα 6. Ο προφορικός βαθμός σε ακολουθούσε όλη τη χρονιά και συμψηφιζόταν με τον εκάστοτε γραπτό. Δεν μπορούσες να μείνεις μετεξεταστέος για το Σεπτέμβρη σε περισσότερα των τριών μαθημάτων και φυσικά έπρεπε να περάσεις όλα τα μαθήματα το Σεπτέμβρη. Σε αντίθετη περίπτωση έπρεπε να επαναλάβεις το έτος και όλα τα μαθήματα. Οι 65 τελειώσαμε τον Ιούνιο του 1957 και οι υπόλοιποι 6 τέλειωσαν το Σεπτέμβρη του 1957. Μέσα στους 72 αρχικά που πετύχαμε ήταν μόνο μία κοπέλα. Η Ναυσικά που παντρεύτηκε τον Κώστα Αμπακούμκιν. Μάλιστα το 1954 νομίζω μπήκε για πρώτη φορά κοπέλα και στη σχολή Μηχανολόγων που έγινε γεγονός πολυσυζητημένο!. Οι Αρχιτέκτονες ήταν μισοί μισοί.

Την εποχή εκείνη υπήρχαν δίδακτρα και τα δίδακτρα ήταν πάρα πολλά περίπου 3000 ευρώ. σημερινά το χρόνο! Ευτυχώς όμως αν ήσουν γιος δημοσίου υπαλλήλου είχες έκπτωση 50 % και αν ήσουν στους οκτώ πρώτους, στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών, πλήρωνες μόνο 25 % δηλαδή περίπου 750 ευρώ το χρόνο, ποσό όχι ευκαταφρόνητο για ένα δημόσιο υπάλληλο που έπαιρνε περίπου 2000 ετρώ. Ηταν επομένως πολύ μεγάλη η ανάγκη να είμαι μεταξύ των οκτώ πρώτων και ευτυχώς τα κατάφερα σε όλες τις τάξεις.

Η παρακολούθηση των μαθημάτων ήταν υποχρεωτική. Δυο τρεις φορές το χρόνο έπαιρναν οι καθηγητές παρουσίες και αν έλειπες μια φορά αδικαιολόγητα έμενες μετεξεταστέος αν περισσότερες κινδύνευες να μείνεις στην ίδια τάξη
Στη Σχολή Ασωμάτων 1953

.


Στη δεύτερη τάξη μόνο έμεινα μετεξεταστέος σε ένα εύκολο μάθημα, τα δομικά υλικά, σε όλες τις άλλες τέλειωσα τον Ιούνιο. Τα θέματα ήταν πολύ απλά τα γράψαμε καμιά εικοσαριά σπουδαστές σε δέκα λεπτά και φύγαμε. Ο καθηγητής ήρθε μετά και έβαλε 4 σε όσους είχαν φύγει γιατί λεει τον προσβάλαμε…που δεν τον περιμέναμε να μας πει τι θέλει!!. Σημειώνω ότι ο προφορικός βαθμός συνυπολογιζόταν πάντα με το γραφτό του Ιουνίου ή του Σεπτεμβρίου . Επρεπε δηλαδή να έχεις μέσο όρο προφορικού και γραφτού τουλάχιστον 5,5. Επρόκειτο για ένα εντελώς άξεστο και τρελό καθηγητή στο μάθημα δομικών υλικών που είχε βάλει σε όλους σχεδόν, 5 στα προφορικά. Σε τρεις είχε βάλει 6 και σε καμιά δεκαριά 4 και σε έναν 3. Την επόμενη χρονιά τον έβαλαν ομάδα με την Οικοδομική για να αντιμετωπίσουν την ηλιθιότητά του. Τη χρονιά που ήμουν στη Β τάξη, άφησε στην ίδια τάξη ένα σπουδαστή, γιατί τον ρώτησε, ο καθηγητής σε μια άσκηση, "όταν πας στην οικοδομή πως θα καταλάβεις τη διάμετρο των σιδήρων που έχουν τοποθετηθεί στο μπετόν;" Περίμενε την απάντηση με το παχύμετρο. Ο άτυχος συμμαθητής μας, του είπε "Θα κρατάω ένα ξύλο σαν αυτό που έχετε τοποθετήσει τα διάφορα σίδερα και θα δοκιμάζω σε ποια τρύπα χωρά". Εμεινες στην ίδια τάξη του είπε. Του έβαλε προφορικά 3 και τον άφησε μετεξεταστέο και με 6 το Σεπτέμβρη τον άφησε στην ίδια τάξη. Δεν ήταν μόνο άξεστος, συνέχεια πετούσε υπονοούμενα στη Ναυσικά, αλλά ήταν και βλάκας. Δεν πρέπει να είχε πάει ποτέ σε γιαπί γιατί αν είχε πάει θα είχε μάθει ότι οι μηχανικοί πολύ γρήγορα μαθαίνουν να αναγνωρίζουν το πάχος των σιδήρων με το μάτι και δεν χρειάζονται παχύμετρο!!

Κατά τη διάρκεια των σπουδών δεν είχαμε χρόνο για διασκέδαση. Τα μαθήματα ήταν από τις 8 το πρωί μέχρι τις 6 ή και 8 το βράδυ κάθε μέρα και το Σάββατο. Αργότερα έκοψαν το απόγευμα του Σαββάτου. Τις ασχολούμαστε στην επίλυση ασκήσεων και σύνταξη εργασιών. Χρόνος για διασκέδαση μηδέν. Αλλά και να υπήρχε δεν υπήρχαν τα χρήματα. Στις τελευταίες τάξεις του Πολυτεχνείου ο πρύτανης Κορωναίος έβαλε ένα χοροδιδάσκαλο να μας μάθει χορό… ταγκό και βαλς 1,2,3,4 και 1,2,3,4 και έτσι μάθαμε ταγκό και κάναμε και ένα χορό, το χρόνο, νομίζω τη Τσικνοπέμπτη, που έγινε η .. εθνική γιορτή του Πολυτεχνείου, στο υπόγειο της Σχολής Καλών Τεχνών, που στεγαζόταν στην ίδια αυλή με εμάς. Στο υπόγειο αυτό ήταν η λέσχη του Πολυτεχνείου, που τρώγαμε και αρκετά φθηνότερα γιατί δεν πηγαίναμε τα μεσημέρια σπίτια μας αφού στις 5 το απόγευμα μέχρι τις 8 το βράδυ είχε πάλι κάθε μέρα μάθημα. Σημειώνω εδώ ότι η φήμη του Πολυτεχνείου




Λεωνίδας Μπιτσάκος


τότε, όχι άδικα, ήταν ισάξια των Γερμανικών Πολυτεχνείων του Ααχεν και του Μονάχου που εθεωρούντο τότε από τα καλύτερα του κόσμου.


. Οι καθηγητές μας ήταν, κατά το πλείστον, μορφές Γερμανομαθείς οι περισσότεροι. Ο πιο σπουδαίος για εμάς, ήταν ένας επιμελητής στο μάθημα της μηχανικής - στατικής ο Λεωνίδας Μπιτσάκος, Πολιτικός Μηχανικός, φοβερός δάσκαλος. Οσοι ήταν σπουδαστές του την τριετία που δίδασκε, γινόντουσαν Μηχανικοί με κεφαλαίο το Μ, οι της επόμενης σειράς απλώς μηχανικοί. (δίδασκε χρόνο παρά χρόνο). Αλλοι καλοί καθηγητές ήταν, ο Ρουσόπουλος και ο Μένανδρος Στατική, ο Κωστέας Σιδηρές γέφυρες, ο Παπασπύρου Μαθηματικά, ο Χατζηνικολής οδοποιία (είχε μεγάλη πλάκα. Κάποτε σε μια διάβαση, δεν υπήρχαν ακόμη φανάρια, τον σταμάτησε ο τροχονόμος να περάσουν τα αυτοκίνητα


(Στη φωτογραφία από τις γεωδαιτικές ασκήσεις Χαράλ. Χριστόπουλος, Βασ. Μαυρογενης, Μπάμπης Βωβός, Κίμων. Πανηγύρης).




Τότε λεει ο Χατζηνικολής δυνατά να τον ακούσει ο τροχονόμος, "αν ήξερε ποιος είμαι δεν θα με σταματούσε" και ο Τροχονόμος τον ρωτά, "ποιος είστε κύριε;", "σκύψε να σου πω" και του λεει "το δεξί αρχ…. του Μαρκεζίνη". Ο Μαρκεζίνης ήταν υπουργός συντονισμού και ο Χατζηνικολής κάτι σαν Γενικός Γραμματέας μεταφορών και οδοποιίας, που τότε ήταν από τα πρώτα ενδιαφέροντα της Κυβέρνησης. Αλλοι καλοί καθηγητές ήταν ο Χατζόπουλος Παραστατική Γεωμετρία, ο Γιώργος Κορωναίος Οπλισμένο σκυρόδεμα και ο νεότατος τότε, και εν ενεργεία ακόμη Γιώργος Βέης της Γεωδαισίας.

Πήρα το δίπλωμα του Πολιτικού Μηχανικού με 7,29 μέσα στους πέντε πρώτους, ο καλύτερος βαθμός στο Πολυτεχνείο ήταν ...το οκτώ!!.(Οι καθηγητές παίρνανε 9 ...και ο Θεός 10)

Τα καλοκαίρια πήγαινα στην Κρήτη με τους δικούς μου. Στη Σχολή Ασωμάτων ή και στους Λάκκους το χωριό του πατέρα μου. Ένα από αυτά τα καλοκαίρια και συγκεκριμένα το 1953, την πρώτη Αυγούστου, γνώρισα τη Ζωή, στη Σχολή Ασωμάτων που είχαν έρθει για ολιγοήμερες διακοπές. Αργότερα ξανασυναντηθήκαμε στην αυλή του Πολυτεχνείου γιατί η Ζωή σπούδαζε στη Σχολή Καλών Τεχνών Ζωγραφική. Κατά την επιστροφή συνάντησα στο πλοίο εντελώς τυχαία τη Ζωή. Τα πλοία της εποχής εκείνης ήταν άθλια, Αγγέλικα νομίζω το έλεγαν, σωστοί σκυλοπνίχτες, έκαναν δώδεκα ώρες από Πειραιά στα Χανιά
Οταν ήμουν στο τέταρτο έτος του πολυτεχνείου με μεσολάβηση του Μάρκου Παπαπαναγιωτάκη προσλήφθηκα στην εταιρεία κατασκευής του αεροδρομίου στο Ακρωτήρι στα Χανιά. Πλην όμως και πάλι λόγω του φακέλου με τις δυό γραμμές, όταν πήγε το σημείωμα ...των κοινωνικών φρονημάτων...με απέλυσαν! Εκεί δούλεψα 19 μέρες (1956). Εφυγα και πήγα στους Λάκκους για μιά βδομάδα και μετά ξαναγύρισα στην Αθήνα όπου μου βρήκε ο Μάρκος άλλη δουλειά, επίβλεψη σε μια πολυκατοικία στο νοσοκομείο της Ελενας απέναντι, Μηχανικός Απάρτης, από τους παλαιότερους μηχανικούς (είχε α/α 73 !!). Εκεί το υπόλοιπο καλοκαίρι έκανα τις επιμετρήσεις του κτιρίου και το χειμώνα συνέχισα στο πέμπτο έτος του Πολυτεχνείου. .


Μηχανικός - στρατιώτης

Τον Ιούνιο του 1957 με άλλους 12 συμμαθητές πριν βγουν τα αποτελέσματα των διπλωματικών εξετάσεων, καταταγήκαμε στην Κόρινθο για να υπηρετήσουμε τη στρατιωτική μας θητεία. Μετά τα τεστ που κάναμε, πολύ απλά για μηχανικούς και στα οποία είχαμε πάρει όλοι άριστα έγινε η επιλογή. Ο πατέρας μου είχε ξανά χαρακτηρισθεί σαν κομουνιστής, χωρίς να έχει κάνει
Σκαπανέας στο Ναύπλιο.
τίποτα απολύτως και είχε πάλι προβλήματα. Το προηγούμενο καλοκαίρι έτρεχα στη Γενική Ασφάλεια να μάθω αν τον αποχαρακτήρισαν. Τυχαία βρήκα, πριν λίγες μέρες, ψάχνοντας τα χαρτιά μου, τον αριθμό του φακέλου του στην ασφάλεια 6/16894. Ηταν ένας πολύ ογκώδης φάκελος. Όταν κάποτε με έστειλε να πάω στην ασφάλεια να ρωτήσω αν τον έχουν αποχαρακτηρίσει, τον είδα: ένας μεγάλος φάκελος με αυτιά γκρι μαύρος πάχους 10 εκατοστά! Ο Αστυνομικός που τον κατέβασε από το ράφι για να δει αν είχε αποχαρακτηριστεί μου είπε: πολύ βαρύ φάκελο έχει ο πατέρας σου.


Μετά τα τεστ του στρατού από τους 13 μηχανικούς οι 10 έγιναν αξιωματικοί και πήγαν στη σχολή Μηχανικού, στο Λουτράκι. Τρεις, όμως, εγώ γιος αριστερού και συγγενής του Στρατηγού Μανόλη Μάντακα, ο Γιάννης Μπαζακίδης αδελφός καπετάνιου αντάρτη του Ε.Λ.Α.Σ και ο Γιώργος Μπουρλής γιος καπετάνιου του Ε.Λ.Α.Σ γίναμε φαντάροι, σκαπανείς Μηχανικού, για λόγους κοινωνικών φρονημάτων και πήγαμε στο Ναύπλιο. Εκεί μας έβαλαν σε ξεχωριστούς λόχους μη τυχόν και κάνομε καμιά συνωμοσία και ανατρέψουμε το... πολίτευμα. Μας έβαλαν από δίπλα όπως έμαθα αργότερα και κάποιον να δίνει κάθε μέρα αναφορά για το τι λέγαμε, οτιδήποτε. Αυτό μου το είπε ο "συγκάτοικός" μου στο κρεβάτι μετά από πολλά χρόνια που τον συνάντησα τυχαία στο δρόμο στην Αθήνα. Συγκεκριμένα μου είπε ότι κάθε μεσημέρι μετά το φαγητό έπρεπε να πάει στον αξιωματικό του Α2 (ασφάλεια), και να τον ενημερώσει για τα λεγόμενά μου. Σημειωτέον ότι ήταν ένα παιδί απόφοιτος της ΑΣΟΕ, σήμερα οικονομικού Πανεπιστημίου που δεν τον είχαν κάνει αξιωματικό γιατί ήταν χοντρούλης και δεν είχε περάσει στις ασκήσεις γυμναστικής. Σε όλες τις πορείες τον είχα δίπλα μου υπό την προστασία μου. Ιδρωνε πάρα πολύ έπινε το νερό του, στις πορείες και του έδινα και το μισό από το δικό μου. Νομίζω ότι τον έλεγαν Νίκο Ρίζο. Μετά από πολλά χρόνια τον συνάντησα στην Ομόνοια, πάντα χοντρούλη και αγαθό, είχε τελειώσει την Ανωτάτη Εμπορική. Έκανε πολλή χαρά που με είδε και τότε μου ξομολογήθηκε. Βασίλη κάθε μέρα έπρεπε να δίνω αναφορά και κάθε φορά έτρωγα και χαστούκια γιατί λεει δεν έλεγα τι μου έλεγες επειδή μου έδινες από το νερό σου!!

Μετά την τρίμηνη εκπαίδευση σε σκάψιμο και κουβάλημα σιδηροδοκών μας έστειλαν σε τάγματα Μηχανικού για περαιτέρω εκπαίδευση με μόνο όπλο μιά σκαπάνη. Υπήρχαν και χειρότερα οι Μηχανολόγοι της κατηγορίας μου όπως ο Μάρκος γιος του στρατηγού Μάντακα και ο Βασίλης Πρώιμος έγιναν μουλαράδες (ημιονηγοί) στο πυροβολικό, ήταν τρία τέσσερα χρόνια μεγαλύτεροί μου και είχαν και προυπηρεσία........ στο αντάρτικο, επί Γερμανών, σε ηλικία 14 ετών. 

Μετά το Ναύπλιο λοιπόν, πήγα στη Λάρισα στο 724 Τάγμα Μηχανικού. Υπήρχε στο στρατό την εποχή εκείνη μεγάλη έλλειψη εγγραμμάτων και φυσικά και Μηχανικών. Με έβαλαν σαν γραμματέα στο Διοικητή πολύ καλό άνθρωπο ο οποίος με αγαπούσε και με εκτιμούσε πολύ. Μου έδινε και καθαρόγραφα τα απόρρητα φύλλα ποιότητας των αξιωματικών. Μια φορά έκανα τη γκάφα να σχολιάσω μια απόφαση της στρατονομίας που τιμωρούσε ένα στρατιώτη γιατί δεν ήταν κουμπωμένο το τελευταίο πάνω κουμπί της χλαίνης του , όπως προέβλεπε ο κανονισμός. Εφυγα για το Πάσχα στην Αθήνα και όταν γύρισα με φώναξε ο διοικητής και μου έδειξε μια αναφορά του αξιωματικού ασφαλείας, Γιώργου Κατσίκα ανθυπολοχαγού τότε, που ζητούσε 20ήμερη φυλάκισή μου για κομουνιστική διαγωγή! Μου είπε ότι την απέρριψε και μου συνέστησε να προσέχω. Αργότερα επί Χούντας Λοχαγός, ο Κατσίκας, ήρθε στον ΟΤΕ και με παρακαλούσε να δώσουμε μια εργολαβία σε κάποιο γνωστό του!

Δεν μπόρεσα τότε στο 724 ΤΜ να καταλάβω γιατί με προστάτευε τόσο πολύ ο διοικητής αυτός. Με έβαλε να κοιμάμαι στο γραφείο του δίπλα και δεν έμπαινα καθόλου υπηρεσία. Μια μέρα με φώναξε και μου είπε ότι ζήτησαν στη ΣΔΙΑΣΘ (Διεύθυνση αποκατάστασης σεισμοπλήκτων Θεσσαλίας), μηχανικούς για έλεγχο σεισμοπλήκτων και μου είπε αν θέλω να πάω ή να μείνω στο τάγμα. Τότε μου είπε ότι είχε χάσει ένα γιο σε μικρή ηλικία που σήμερα θα ήταν σαν εμένα. Του ζήτησα να πάω, είχα πληροφορίες ότι άλλοι τρεις συνάδελφοι που υπηρετούσαν εκεί περνούσαν πολύ καλά και ασχολούνταν και με το αντικείμενο της δουλειάς μας

Διοικητής της ΣΔΙΑΣΘ ήταν ο συνταγματάρχης Παυλίδης Πολιτικός Μηχανικός μας επέτρεπε να πηγαίνομε ώρες γραφείου και να μένομε το βράδυ έξω σε νοικιασμένα δωμάτια και να φοράμε πολιτικά τις ελεύθερες ώρες. Νοίκιασα με ένα δόκιμο ένα δωμάτιο στη Λάρισα.


Υποδεκανέας στη Λάρισα
Πούλησα τη συλλογή γραμματοσήμων μου και αγόρασα ένα ποδήλατο για να κυκλοφορώ με πολιτικά στη Λάρισα. Δυσκολευόμουν αλλά με κάτι ψευτομελέτες και την τροφή σε χρήμα που μας έδιναν επειδή όλη μέρα επανεξετάζαμε τα σεισμόπληκτα τα έφερνα βόλτα.

Ο Παυλίδης ήταν πολύ ωραίος άνθρωπος μας φερόταν όπως και στους αξιωματικούς μηχανικούς. Μας έκανε υποδεκανείς χωρίς τη σωστή διαδικασία για να μας απαλλάξει από την υπηρεσία. Είμαστε τέσσερις στρατιώτες δυο μηχανικοί, εγώ και ο Στάθης Γεωργακόπουλος και δυο υπομηχανικοί ο Σωκράτης Παπανικολόπουλος και ο Αργύρης Αργυρόπουλος (και οι άλλοι με το προπατορικό αμάρτημα μάλιστα ο Σωκράτης ήταν και Β σε κατηγορία νομιμοφροσύνης). Και οι τέσσερις βρεθήκαμε στον ΟΤΕ μετά τη στρατιωτική μας θητεία. Μάλιστα και οι τρεις προσλήφθηκαν και με δική μου εισήγηση στον ΟΤΕ.

Την εποχή εκείνη που μόνο 70 έμπαιναν στο Πολυτεχνείο οι υπομηχανικοί ήταν πολύ καλύτεροι από τους σημερινούς μηχανικούς που μπαίνουν 600 περίπου το χρόνο στις διάφορες Πολυτεχνικές σχολές. Κάθε μέρα πηγαίναμε με ένα τζιπ εγώ με το Σωκράτη και ο Στάθης με τον Αργύρη και επανεξετάζαμε τα σεισμόπληκτα σε δεύτερο βαθμό κατόπιν ενστάσεων των ενδιαφερομένων. Ελάχιστα από αυτά είχαν ζημιές γιατί τα περισσότερα σπίτια των χωριών του κάμπου της Λάρισας ήταν πλινθόκτιστα και ως εκ τούτου αντισεισμικά. Οι πονηροί Λαρισαίοι όμως έδεναν με σχοινί το λαμπά μεταξύ δυο παραθύρων και τον τραβούσαν με το τρακτέρ και το σπίτι γινόταν σεισμόπληκτο!! Πήγαμε με το Σωκράτη στο σπίτι του παπά που δεν είχε τίποτα. Μας φίλεψε και μας είπε εγώ ντρέπομαι να βάλω το τρακτέρ να τραβήξει το σπίτι, έχω τρία κορίτσια αν μπορείτε βοηθήστε με. Φύγαμε προβληματισμένοι Τι θα κάνομε Σωκράτη με τον παπά; Θα το ρίξομε κορώνα γράμματα λεει ο Σωκράτης και επειδή ήξερε ότι ήμουν δύσκολος, βγάζει γρήγορα γρήγορα ένα νόμισμα το στρίβει, βγαίνει γράμματα και χωρίς να έχομε πει τίποτα λεει γράμματα, κέρδισε ο παπάς. Ετσι με τη βοήθεια του Σωκράτη και την ανοχή τη δική μου, πήρε δάνειο ο παπάς της Νίκαιας Λάρισας.

Υστερα από λίγο τέλειωσαν τα σεισμόπληκτα οι τρεις απολύθηκαν και εγώ ξαναγύρισα στο τάγμα. Κάποια στιγμή έμαθα ότι ζητούσαν ένα μηχανικό για τη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού στην Αθήνα. Διοικητής στη Μεραρχία ήταν ένας Μάντακας αδελφός του Διονύση που πήγαινα πολλές φορές όσο ήμουν στη Λάρισα στο σπίτι του και έτρωγα τα μεσημέρια, κατά το γνωστό σύστημα. Ο άνθρωπος μου φερόταν πάρα πολύ καλά. Θυμάμαι ότι με συνέστησε στη γυναίκα του ο κύριος Μαυρογένης γιος εξαδέλφου μου. Θυμάμαι ακόμα ότι ο μοναχογιός του Μιχάλης 7, 8 χρόνων τότε, αντέδρασε: Μα καλέ μπαμπά πως είναι κύριος αφού είναι φαντάρος. Ο κύριος Μαυρογένης είναι μηχανικός και άμα διαβάζεις όταν μεγαλώσεις θα γίνεις και εσύ, απάντησε ο πατέρας του. Είναι λυπηρό αλλά ο καημένος ο Μιχάλης σπούδαζε στην Ιταλία μηχανικός και σαν μέλος νεοφασιστικής νεολαίας σκοτώθηκε το 1975 σε ταραχές. Πρόσφατα μάλιστα συνελήφθη ο δολοφόνος του. Πήγα λοιπόν στον Μάντακα και ζήτησα να μετατεθώ στην Αθήνα. Υστερα από λίγες μέρες μετατέθηκα στην Αθήνα στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού (ΓΥΣ), Μια χαρά πάλι στην Αθήνα. Μόλις πήγα στην υπηρεσία βλέπω πολλούς στρατιώτες να είναι υποδεκανείς. Ρώτησα τι συμβαίνει και έμαθα ότι επειδή δεν έχει αξιωματικούς η μονάδα εκτελούν χρέη αξιωματικών. Τι να κάνω τώρα τα σιρίτια του υποδεκανέα που μας είχε κάνει ο Παυλίδης δεν είχαν καμιά ισχύ γιατί δεν είχαν επισημοποιηθεί και τα είχα ξηλώσει και τα είχα στο σάκο για αναμνηστικά. Βγάζω τα σιρίτια τα βάζω στη τσέπη μαζί με την ταυτότητα και πάω στον επιλοχία τη διαταγή μεταθέσεως βγάζοντάς την τάχα εκείνη τη στιγμή από την ταυτότητα με τρόπο να δει τα σιρίτια. Αμέσως αυτός με ρωτά τι είναι αυτά; Του λέω ότι στη Λάρισα ήμουν υποδεκανέας. Και γιατί τα έβγαλες, βάλτα γρήγορα γιατί εδώ χρειαζόμαστε υποδεκανείς. Ετσι ξανάγινα υποδεκανέας. Δυστυχώς όμως ο βαθμός του υποδεκανέα σου εξασφάλιζε να μην μπαίνεις σκοπός αλλά από την άλλη μεριά έμπαινες αξιωματικός υπηρεσίας μέρα παρά μέρα. Ετσι ήσουν ελεύθερος μόνο δυο φορές τη βδομάδα. Από την άλλη μεριά όλοι όσοι ήσαν στη ΓΥΣ ήσαν παιδιά με μέσον δεν έμπαιναν φρουροί και έβγαιναν έξω κάθε μέρα. Σκεφτόμουν ότι καλύτερα θα ήταν στη Λάρισα και ότι ήταν λάθος που ζήτησα τέτοια μετάθεση. Και ω του θαύματος εκείνες τις ημέρες είχε απολυθεί ένας αξιωματικός μηχανικός από το 724 τάγμα και τον μόνο που έμεινε τον πήραν από τα έργα διάνοιξης οδού Σαρανταπόρου και τον πήγαν στα στενά των Τεμπών όπου το τάγμα έκανε το δρόμο καθώς και τεχνικά έργα σοβαρά (γεφύρια). Ο Αρχηγός του μηχανικού Καρδαμάκης, πήγε για επιθεώρηση στα έργα και ο υποδιοικητής του τάγματος, ταγματάρχης Σφηκόπουλος, προερχόμενος από έφεδρος δικηγόρος έκανε παράπονα . Δεν μπορώ να κάνω δυο έργα τόσο μακριά (20 χιλιομ.), με ένα μηχανικό. Είχα άλλο ένα και τον έστείλαν στην Αθήνα να κάθεται. Εδωσε ο Καρδαμάκης εντολή για άμεση επιστροφή μου στη Λάρισα και μάλιστα στο κλιμάκιο Σαρανταπόρου όπου γινόταν διάνοιξη δρόμου χωρίς μηχανικό. Ομολογώ ότι χάρηκα για τη μετάθεση. Δυο μήνες στην Αθήνα και είχα πάει οκτώ μόνο φορές στο σπίτι μου. Αγόρασα κονσέρβες και αισθανόμουνα ότι θα πήγαινα εκδρομή. Παρουσιάστηκα στη Λάρισα. Ο προστάτης μου διοικητής είχε φύγει. Εφυγα αμέσως για Σαραντάπορο που άνοιγαν ένα δρόμο και που δεν είχαν μηχανικό. Είμαστε ένα μικρό κλιμάκιο σε μια παράγκα καμιά δεκαριά στρατιώτες , δυο αξιωματικοί και εγώ. Κάθε βράδυ ταβερνάκι στα Σέρβια τις πιο πολλές φορές να μας κερνάνε οι χωρικοί. Περνούσα πολύ καλά χωρίς υπηρεσία χωρίς δύσκολη δουλειά όλοι αξιωματικοί και στρατιώτες χωρίς πειθαρχία να βάζομε εκρηκτικά και να ανατινάζομε κάθε μέρα τεράστια βουνά. Υπήρχαν και μερικοί ιδιώτες χειριστές διατρητικών μηχανημάτων.

Δεν κράτησε πολύ η εκδρομή. Υστερα από λίγο απολύθηκε ο αξιωματικός μηχανικός των Τεμπών και αποσπάσθηκα στο κλιμάκιο Τεμπών στον ταγματάρχη Σφηκόπουλο. Εκεί είχε γίνει από το 724 ΤΜ η διάνοιξη του δρόμου είχε μπει χαλίκι οδοποιίας στο μισό δρόμο και έπρεπε να μπει και στον άλλο μισό, να γίνουν και δυο οχετοί-γέφυρες και μετά να αναλάβει εργολάβος την ασφαλτόστρωση. Μέναμε σε παράγκες στο πλάτεμα που είναι σήμερα τα διόδια στο δρόμο προς τα Αμπελάκια.

Μόλις πήγα με έβαλαν να επιβλέπω τον ιδιώτη εργολάβο που έριχνε το μπετόν στις γέφυρες. Διαπίστωσα ότι έβαζε λίγο τσιμέντο και δεν μετρούσε αναλογίες άμμου σκύρων όπως έπρεπε. Το ανέφερα στο Διοικητή και την άλλη μέρα μου ανέθεσαν κατ αποκλειστικότητα τη διαμόρφωση του δρόμου γιατί λέει τον έλεγχο του μπετόν σύμφωνα με τις οδηγίες … που έδωσα μπορούσε να τον κάνει και ο δόκιμος αξιωματικός που είχε σπουδάσει εργοδηγός! Υστερα από λίγο που απολύθηκε ο δόκιμος από το στρατό προσλήφθηκε με μισθό στον εργολάβο να του κάνει τις επιμετρήσεις!

Ετσι λοιπόν ανέλαβα την αποπεράτωση της διάστρωσης χαλικιού στο δρόμο, στην τελική θέση του δρόμου.

Το καλό ήταν ότι είχα μάθει από τις τρίμηνες γεωδαιτικές ασκήσεις πολύ καλά τη χρήση χωροβάτη και ταχύμετρου. Αντε τώρα να κάνεις τελευταία στρώση δρόμου εθνικού δικτύου, χωρίς καμιά πείρα. Βρήκα τα σχέδια και μια κορδέλα, βρήκα τα στοιχεία των κορυφών των οδεύσεων και μετρώντας έβαλα τις κορυφές και έκανα τα τόξα. Η όδευση πήγαινε το δρόμο μέσα στο ποτάμι. Δεν ήξερα που ήταν το λάθος. Από την άλλη μεριά δεν ήξερα ούτε είχα στοιχεία πώς ενώνονται τα τόξα με τις ευθείες και πως υπολογίζονται οι επικλήσεις στις καμπύλες (οι κατά πλάτος κλίσεις για να μη βγάζει η φυγόκεντρος τα αυτοκίνητα έξω από το δρόμο). Εμαθα ότι προϊστάμενος Νομομηχανικός στη Λάρισα ήταν ένας Ρεθυμνιώτης ονόματι Γενεράλης,  πολύ έμπειρος μηχανικός, πατέρας συμμαθητή μου από το Δημοτικό. Παρακάλεσα το Σφηκόπουλο να μου δώσει αυτοκίνητο και να μου κλείσει ραντεβού με το Γενεράλη. Σε δυο μέρες πήγα και τον βρήκα. Ηξερε τον πατέρα μου. Του είπα το πρόβλημά μου, που μου έβγαινε ο δρόμος στο ποτάμι. Με ρώτησε αμέσως τι κορδέλα έχω. Του είπα μια πάνινη. Αυτό πρέπει να φταίει. Εδωσε εντολή και μου έφεραν μια μεταλλική μου είπε και πέντε πράγματα και μου είπε επίσης ότι θέλεις θα λες στο διοικητή σου να σε αφήνει να με παίρνεις τηλέφωνο και να έρχεσαι να με βρίσκεις. Δε χρειάστηκε. Πράγματι η πάνινη κορδέλα που ήταν μεγαλύτερη κατά μισό εκατοστό στο μέτρο ήταν η αίτία του λάθους. Από τότε μόλις πάρω καινούρια κορδέλα η πρώτη μου δουλειά είναι να την ελέγξω με ένα ξύλινο δίμετρο. Βρήκα αμέσως άκρη και σε τρεις μέρες ήξερα τα πάντα απέξω. Τα ιδιωτικά συνεργεία που έκαναν το δρόμο είπαν στο διοικητή ότι μπορούσαν τώρα να δουλεύουν και Κυριακή γιατί τους έδινα πολλή δουλειά.

Ο Σφηκόπουλος ήταν πολύ καλός, έδωσε εντολή να τρωω με τους αξιωματικούς, να κοιμάμαι σε ένα μικρό δωματιάκι 2,50 Χ 2,50 μόνος και όχι στο τολ με τους άλλους φαντάρους να μην μπαίνω υπηρεσία και μου έδωσε και ένα λοχία και ένα δεκανέα να με βοηθάνε. Στην αρχή υπήρξε μια μικρή αντίδραση αλλά ο Σφηκόπουλος είπε ο Μαυρογένης δεν μου χρεώθηκε για στρατιώτης αλλά για μηχανικός και να τον αφήσετε να κάνει τη δουλειά του όπως έμαθε στο Πολυτεχνείο.

Κάθισα συνεχώς χωρίς άδεια έξη μήνες στα στενά των Τεμπών, από Νοέμβριο 1958 μέχρι Απρίλιο 1959 , δουλεύοντας σκληρά αλλά πάνω στη δουλειά μου και αποκτώντας μια εμπειρία που βέβαια δεν μου χρειάστηκε αλλά τόνωσε την αυτοπεποίθηση μου. Μπορούσα να ελπίζω ότι μετά το στρατό θα τα κατάφερνα καλά.

Υστερα από πέντε μήνες έμαθα ότι ερχόταν ένας άλλος φαντάρος μηχανικός γνωστός μου από το Πολυτεχνείο, Μου λέει ο Σφηκόπουλος μάθε τον γρήγορα τη δουλειά να πάρεις καμιά άδεια. Ηταν βαρύς χειμώνας χιόνιζε, όταν έρχεται ένα φορτηγό με το Δημήτρη Σ. απάνω. Κοντός με μια χλαίνη που του έφτανε στους αστραγάλους και τα μανίκια δέκα πόντους κάτω από τα άκρα των χεριών, χιονισμένος λες και ήταν σκιάχτρο. Μόλις με είδε μου λεει Βασίλη σώσε με, πεθαίνω. Συγχρόνως τον πιάνει και πυρετός. Δεν είχε ξαναφύγει από το σπίτι του. Τον είχαν κάνει φαντάρο γιατί είχε πολύ μεγάλη μυωπία. Σήμερα έχει μια πολύ μεγάλη κατασκευαστική εταιρία. Του δίνω το δωμάτιό μου και πηγαίνω στο θάλαμο με τους άλλους φαντάρους. Αδύνατο να επιβιώσω φοβερή ποδαρίλα και καπνός από το πετρέλαιο που έκαιγαν στη σόμπα να ζεστάνουν το θάλαμο. Πηγαίνω σε ένα τολ - αποθήκη μόνος μου, χωρίς θέρμανση. Σκεπαζόμουν δώδεκα κουβέρτες φορούσα πυτζάμες και τη στολή για να κοιμηθώ αλλά άντεξα. Ο Δημήτρης σε κακά χάλια να προσπαθώ να του μάθω το χωροβάτη να μη βλέπει το σταυρόνημα του οργάνου. Να τον βάλω να βαστά τή σταδία, να μη βλέπει τα χέρια μου, που του έκανα συνθήματα πόσο να πάει αριστερά ή δεξιά. Από την άλλη μεριά να μου λέει πες στο διοικητή ότι εγώ ήθελα να γίνω γιατρός και κατά λάθος έγινα μηχανικός και δεν ξέρω τίποτα. Το λέω στο Σφηκόπουλο και μου απαντά: πες του ότι εμένα μου τον χρεώσανε για μηχανικό και το μηχανικό θα κάνει. Η δουλειά που κάναμε ήταν να παίρνομε υψόμετρα με το χωροβάτη στον άξονα του δρόμου και στις άκρες και βλέπομε το απόγευμα τις διαφορές. Να πηγαίνομε πρωί πρωί στο δρόμο και να σημειώνομε πόσο έπρεπε να ανέβει ή να κατέβει το χαλίκι σε κάθε σημείο του δρόμου. Δεν πήρα άδεια. Όταν ήρθε στη μονάδα ο Δημήτρης ήταν κρυωμένος και σε λίγο είχε και πυρετό γι αυτό και του έδωσα το δωματιάκι μου και πήγα στο θάλαμο με τους άλλους φαντάρους. Πήγα αργά τη νύχτα μόλις είχα τελειώσει τους υπολογισμούς για τη δουλειά της άλλης μέρας, να δω τι κάνει και τον βλέπω να παραμιλά και να βρίσκονται απάνω του σμήνη κοριών. Δεν ξαναπήγα στο δωμάτιο και μόλις έγινε καλά τον πήρα και αυτόν στο τολ.

Σε λίγο μετά από ενέργειες του πατέρα μου κατάφερα να μετατεθώ στην Αθήνα τους τελευταίους τρεις μήνες της θητείας μου. Ο Σφηκόπουλος δεν αντέδρασε με ευχαρίστησε για τη βοήθεια που του έδωσα και μου έδωσε και βεβαίωση ότι εκτέλεσα αυτό το διάστημα δουλειά μηχανικού. Ειχαμε γίνει φίλοι και αργότερα όταν με συνάντησε στο γραφείο του αδελφού του, οικονομικού διευθυντή στον ΟΤΕ και Τομεάρχης εγώ με αγκάλιασε και μου είπε : Ηξερα ότι θα πας μπροστά ρε Μαυρογένη.

Τους τρεις τελευταίους μήνες της θητείας μου, τους έκανα στην Αθήνα όπου μετατέθηκα από τα Τέμπη, στη 739 ΔΕΜ ( Δ/νση Εργων Μηχανικού). Ηταν κοντά στο σπίτι μου. Μέναμε πίσω από το Hilton και ήταν τα γραφεία εκεί που έχει γίνει το πολεμικό μουσείο. Ο καιρός περνούσε και πλησίαζε η απόλυσή μου, χωρίς να έχω βρει δουλειά ή να έχω σκεφθεί κάτι για το μέλλον. Κατά σύμπτωση μια μέρα που είχα πάρει άδεια και πήγα στο ΤΣΜΕΔΕ στην οδό Κολοκοτρώνη, με τη στολή του φαντάρου, συναντώ στο δρόμο τον γνωστό πλέον Μπάμπη το Βωβό συμμαθητή στο Πολυτεχνείο, συνεργάτη στην ίδια ομάδα στις γεωδαιτικές ασκήσεις και φίλο. Είχε μέσον, τον αδελφό του ανώτερο αξιωματικό τότε, και είχε πάρει δυο χρόνια αναβολή, λόγω προβλήματος, τάχα, στα γόνατα. Του είπα ότι απολύομαι σε λίγες μέρες και με ρώτησε αν έχω βρει δουλειά. Του απάντησα αρνητικά. Μου λέει έλα στο γραφείο μου να μου κάνεις στατικές μελέτες. Του είπα δεν έχω ιδέα. Δεν υπάρχει πρόβλημα σε δυο μέρες θα ξέρεις. Πήγα στο γραφείο του και σε λίγες μέρες ήμουν εξπέρ στους στατικούς υπολογισμούς που τότε γινόντουσαν με το χέρι με καρμπόν και με το λογαριθμικό κανόνα, και στη συνέχεια με το χέρι και γραμμοσύρτες τα σχέδια. Οι μόνες υπολογιστικές μηχανές, τότε, ήταν χειροκίνητες αριθμομηχανές σαν καβουρντιστήρια και για να κάνεις πολλαπλασιασμό χρειαζόσουν κάμποση ώρα.










Πολιτικός Μηχανικός - Ελεύθερος επαγγελματίας.




Στην αρχή δούλευα πρωί απόγευμα στο γραφείο του Μπάμπη του Βωβού και κυρίως ένα διάστημα που είχε στρατευθεί (καλοκαίρι 1960), και έκανε βασική εκπαίδευση στην Τρίπολη σαν βοηθητικός.

Είχα ανοίξει ένα γραφείο σε συνεργασία με το γνωστό από το στρατό Σωκράτη Παπανικολόπουλο Υπομηχανικό των σχολών Πολυτεχνείου. Εκεί γνώρισα και διάφορους συμμαθητές του Σωκράτη όπως το Γιώργο τον Κολοβό, το Σπύρο Καρβούνη και άλλους.

Με το Σωκράτη μείναμε λίγο χρόνο μαζί γιατί μετά παράτησε για 2 - 3 χρόνια το επάγγελμα και πήρε το δίπλωμα του Πολιτικού Μηχανικού, που το είχε μεγάλη επιθυμία. Και τότε πάλι με τη μεσολάβησή μου προσλήφθηκε στον ΟΤΕ. Την εποχή εκείνη οι Υπομηχανικοί του Πολυτεχνείου ήταν πάρα πολύ καλοί δεδομένου ότι είχαν αποκλεισθεί από το Πολυτεχνείο μόνο και μόνο διότι προσλαμβάνονταν στο Πολυτεχνείο πολύ λίγοι. Σχεδόν όλοι αργότερα έγιναν, με μετεκπαίδευση, Πολιτικοί Μηχανικοί και Αρχιτέκτονες. Ο Σωκράτης λίγο μετά την πρόσληψή του, στον ΟΤΕ παραιτήθηκε και ασχολήθηκε με το ελεύθερο επάγγελμα. Ηταν πολύ καλός και σαν χαρακτήρας και σαν μηχανικός και πάρα πολύ συνεπής. Τον είχα γνωρίσει και στο Μπάμπη και όταν δεν είχε αρκετή δουλειά του έκανε στατικά . Κάπνιζε όμως πάρα πολύ, δυστυχώς πέθανε από έμφραγμα στα 52 του χρόνια. Ηταν και αυτός ένας καλός φίλος.

Αργότερα δούλευα μόνο απόγευμα στο Βωβό και άνοιξα δικό μου γραφείο το πρωί κάνοντας εκατοντάδες μελέτες και βγάζοντας άδειες οικοδομής σε όλη την Αθήνα ακόμη και στη Λαμία.

Ο Μπάμπης ήταν πολύ φίλος και συμμαθητής μου από το Πολυτεχνείο. Ηταν πολύ έξυπνος άνθρωπος, τέρας αντοχής και ευελιξίας. Αρκετά μεγαλομανής με την καλή έννοια πάντα.

Καταγόταν από φτωχή οικογένεια από τα Φιλιατρά. Ηταν ο μικρότερος από έξι νομίζω αδέλφια και μια αδελφή, άριστος μαθητής, πανέξυπνος και τέρας αντοχής και εργατικότητας. Ηρθε στην Αθήνα στα 17 του χρόνια χωρίς καμιά προοπτική με σκοπό να γίνει … χωροφύλακας. Αυτό μπορούσε να γίνει κανείς την εποχή εκείνη με τη δική του οικονομική κατάσταση. Για καλή του τύχη παντρεύτηκε η αδελφή του ένα λογιστή υπάλληλο εφορίας. Εμεναν σε ένα διαμέρισμα δύο δωματίων με ένα μικρό δωμάτιο υπηρεσίας. Εκεί φιλοξενήθηκε ο Μπάμπης. Από ότι μου διηγιόταν όταν ήθελε να τεντώσει τα πόδια του την ώρα που κοιμόταν, το έκανε λοξά στο κρεβάτι, γιατί το δωματιάκι δεν χωρούσε κρεβάτι στα μέτρα του - ήταν 1.85 νομίζω- !! Επίσης είχε ένα μεγαλύτερο αδελφό αξιωματικό του στρατού που τον συνέδραμε οικονομικά. Ετσι έδωσε εξετάσεις για Ιατρική που πέτυχε πρώτος και για Πολιτικός μηχανικός που επίσης πέτυχε με πολύ καλή σειρά, νομίζω ότι ήταν και αυτός κάθε χρόνο μέσα στους οκτώ πρώτους. Επειδή οι σπουδές στην ιατρική ήταν μακρόχρονες προτίμησε το Πολυτεχνείο.

Όπως γράφω και κάπου αλλού, κατάφερε και πήρε δυο χρόνια αναβολή από το στρατό και άρχισε να δουλεύει σε ένα γραφείο κατασκευών. Η πρώτη του δουλειά ήταν να επιβλέψει το κτίριο της Θεμιστοκλέους 1 και Πανεπιστημίου. Εκεί γνώρισε τους Μυκονιάτες

Κουσίδη και Πλαστήρα Ζωγράφου


Παπουτσή, Μπουγιούρη και Ζουγανέλη που τότε δειλά δειλά είχαν αρχίσει να κάνουν του εργολάβους επιχρισμάτων. Μέχρι τότε ήταν καλοί μαστόροι. Μιλάμε για 1957. Εβαλαν τις πρώτες οικονομίες των και ο Μπάμπης την πείρα που είχε από το πρώτο κτίριο που είχε επιβλέψει και την αμοιβή του και έκαναν συνεταιρικά μια μικρή πολυκατοικία στην οδό Λεμεσού στα κάτω Πατήσια. Η πολυκατοικία με αντιπαροχή είχε συνολικά 4 τριάρια των 65μ2 και 4 δυάρια των 50 μ2. Πουλήθηκε από τα σχέδια όπως όλες οι πολυκατοικίες της εποχής. Μάλιστα θυμάμαι ότι είχα αναλάβει εγώ την επίβλεψη για 40 μέρες που έκανε τη βασική εκπαίδευση ο Μπάμπης στην Τρίπολη σαν βοηθητικός.




Κρίνων και Πλαστήρα Ζωγράφου
Περιττό να πούμε ότι ξεκίνησε χωρίς χρήματα αλλά ήταν πάντα ευέλικτος και αυτό πρέπει να το αναγνωρίσουμε σαν βασικό προσόν. Ηρθε γρήγορα με μετάθεση στην Αθήνα στον οικοδομικό συνεταιρισμό των αξιωματικών στου Παπάγου, (ΑΟΟΑ) όπου υπηρέτησε τη θητεία του πηγαίνοντας μια βόλτα την ημέρα, "εξυπηρετώντας" καταλλήλως όλους τους προϊσταμένους του αξιωματικούς. Γενικά ήταν φοβερός στις δημόσιες σχέσεις του. Εκανε μερικές κατασκευές σε συνεργασία με τους Μυκονιάτες, τους φέρθηκε πάρα πολύ καλά και αυτό το εξετίμησαν. Του έδειξαν απόλυτη εμπιστοσύνη. Κι άλλοι Μυκονιάτες, την εποχή εκείνη,  άφησαν το πηλοφόρι και το μυστρί και έγιναν εργολάβοι μικρών πολυκατοικιών (έξη πχ διαμερισμάτων δύο δωματίων με αντιπαροχή 30 % την εποχή εκείνη 1960). Ο Μπάμπης έβγαζε τις άδειες όλων, έκανε τα αρχιτεκτονικά με ένα σχεδιαστή και εγώ μαζί με τον Μπάμπη κάναμε τα στατικά. Μόλις μάζεψε τα πρώτα χρήματα ξεκίνησε, μόνος του πια, σιγά σιγά μικρές πολυκατοικίες, μεγαλύτερες και έφθασε με την αξία του να κάνει σήμερα τους κολοσσούς της οδού Κηφισίας, θεωρούμενος σαν ο μεγαλύτερος Ελληνας κατασκευαστής, ιδιωτικών έργων. Δούλεψα μαζί του, απογεύματα, περισσότερο από 4 χρόνια και έμαθα πολλά πράγματα κοντά του. Στην αρχή είχε νοικιάσει ένα εσωτερικό γραφειάκι γύρω στα 18 μ2 στην Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους 1, 4ος όροφος μετά πήγε στην πρόσοψη σε δύο γραφεία κάπου 30 μ2 και στη συνέχεια απογειώθηκε με πολυώροφα γραφεία στην οδό Σόλωνος. Το καλαμπούρι είναι ότι όταν άφησε το πρώτο και στη συνέχεια το δεύτερο γραφείο, ο επόμενος ενοικιαστής ήμουν εγώ, όχι βέβαια από μεγαλομανία αλλά γιατί με βόλευε να έχω δικό μου γραφείο στον ίδιο όροφο τα πρωινά και το απόγευμα να πηγαίνω στο δικό του. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι πάντα οι σχέσεις μου με τον Μπάμπη ήταν άριστες. Βέβαια τώρα τελευταία δεν βλεπόμαστε παρά μια φορά το χρόνο στη συνεστίαση που κάνομε οι συμμαθητές του 57, αλλά πάντα χαίρομαι όταν μαθαίνω επιτυχίες του. Τώρα που  συμπληρώνω, τις σημειώσεις αυτές,  εν έτη πλέον 2014 και σοβούσης της κρίσης, θεωρώ πολύ άδικο για το Μπάμπη Βωβό να διασύρεται και να συλλαμβάνεται για χρέη που προέκυψαν μετά από τις συνέπιες της οικονομικής κρίσης. 
Θέλω να κάνω μια παρένθεση εδώ. Στο γραφείο του Μπάμπη ήταν υπάλληλος ένας νεαρός συνομήλικός μας, από τα Φιλιατρά ένα φτωχό παιδί που είχε έρθει στην Αθήνα (οι Φιλιατρινοί έχουν τάση στο εμπόριο και την επιτυχία). Το παιδί αυτό σπούδαζε εργοδηγός και για να τα βγάζει πέρα πουλούσε κάλτσες στο πεζοδρόμιο, Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους, κάτω από τα γραφεία μας. Ο Μπάμπης υποστήριζε τους νέους ανθρώπους και τους συγγενείς του με το αζημίωτο βέβαια, ήταν σκληρός αλλά δίκαιος εργοδότης. Ετσι προσέλαβε το παιδί αυτό στο γραφείο που τελικά αναδείχτηκε σε στυλοβάτη του γραφείου. Ο νεαρός τότε εργοδηγός σήμερα είναι ένας καταξιωμένος κατασκευαστής με σωρεία κατασκευών με πολύ καλή οικογένεια, γιο πολιτικό μηχανικό και κόρη με σπουδές (διδακτορικό) στο Λονδίνο.

Μαζί, με αυτόν, κάναμε το 1975 και μια μεγάλη πολυκατοικία 3000 μ2 στην οδό Κρίνων 17 και Πλαστήρα Ζωγράφου. Την πολυκατοικία την ξεκίνησα με αντιπαροχή μόνος μου. Μέχρι τότε είχα κάνει άλλες δυο μικρότερες (συνολικής επιφάνειας διαμερισμάτων 1500 μ2 περίπου η κάθε μία), στην οδό Μυκόνου 18 και Κρίνων και στην οδό Πλαστήρα και Κουσίδη στου Ζωγράφου και αυτές.

Οι πολυκατοικίες αυτές έγιναν, 1970 μέχρι 1974, εύκολα με τη βοήθεια του Πατέρα μου και της Ζωής, γιατί εγώ δεν μπορούσα λόγω ΟΤΕ να παρακολουθώ άμεσα τις εργασίες.

Το σημαντικό είναι ότι στην πρώτη ήταν δικό μας το οικόπεδο και στη δεύτερη πούλησα από τα σχέδια δυο διαμερίσματα και έτσι δεν είχα κανένα πρόβλημα.

Γύρω στα τέλη 1974 με βρήκαν 5 οικοπεδούχοι ενός διπλού οικοπέδου, δίπλα στο δεύτερο, (Κρίνων και Πλαστήρα) και ανέλαβα να το κτίσω με αντιπαροχή. Η συνολική επιφάνεια των διαμερισμάτων ήταν πλέον 3000 μ2 περίπου και είχε και υπόγειο 300 μ2. Ξεκίνησα βάζοντας όλα τα χρήματα που είχα μαζέψει μέχρι τότε, τα υπολογίζω σε αντίστοιχα 750.000 ευρώ σημερινά. Για την εποχή εκείνη ήταν υπεραρκετά αν σκεφθεί κανείς ότι στις δυο προηγούμενες δεν είχα χρειασθεί καθόλου χρήματα (τελικό κόστος 3 εκ σημερινά!! θράσος ε;)

Δυστυχώς τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Εγινε τότε η μεγάλη πετρελαϊκή κρίση και σε διάστημα τριών μηνών διπλασιάστηκαν οι τιμές των υλικών. Αρχισαν να καταρρέουν πολλές οικοδομικές επιχειρήσεις και να κηρύσσονται σε πτώχευση οι κατασκευαστές. Ο κόσμος είχε σταματήσει να αγοράζει. Υπήρχε μεγάλη δυσχέρεια στην ανεύρεση υλικών όπως στο τσιμέντο και τα σίδερα. Ο εργολάβος που μου έκανε τους ξυλοτύπους του μπετόν να θέλει να ξεκαλουπώσει και να πάρει τα ξύλα του γιατί δεν μπορούσε να προχωρήσει η δουλειά από την έλλειψη υλικών. Αρχισε μαύρη αγορά των υλικών. Με χίλια βάσανα τέλειωσα τον σκελετό βάζοντας τετράγωνα σίδερα στις κολώνες που ήταν εκτός διατίμησης. Σκυροδέτησα 1200 μ3 μπετόν και σταμάτησα. Τα χρήματα είχαν τελειώσει. Πέρασε άπρακτο ένα ολόκληρο εξάμηνο. Οι οικοπεδούχοι δεν με ενόχλησαν. Είχα απελπιστεί και περίμενα να χάσω όλα τα χρήματα που μέχρι τότε είχα βγάλει και που τα είχα διαθέσει για το μπετόν της οικοδομής.

Τυχαία συνάντησα τον εργοδηγό που είχα γνωρίσει στο Βωβό. Είχε κάνει την πρώτη μικρή πολυκατοικία με τον αδελφό του και ένα ξάδελφο στην ίδια γειτονιά και έψαχνε για οικόπεδο. Ειχε αρχίσει να σταθεροποιείται η κατάσταση και υπήρχε κάποια προοπτική να πάνε καλά τα πράγματα. Συμφωνήσαμε να βάλουν και αυτοί άλλα



Το σπίτι στη Δροσιά

τόσα χρήματα και να προχωρήσομε συνεταιρικά. Πράγματι προχωρήσαμε μαζί όταν στα τέλη του 1975 είχαν προχωρήσει οι εργασίες, είχαμε τελειώσει τους σουβάδες αλλά ο κόσμος δεν είχε αρχίσει να αγοράζει γιατί φοβόταν. Εφθασαν παραμονές Χριστουγέννων 1975, τα λεφτά τέλειωναν και δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Και τότε ω του θαύματος με Κυβέρνηση δεξιά και αντιπολίτευση Ανδρέα Παπανδρέου μπήκε στο Αιγαίο για γεωτρήσεις ένα ερευνητικό πλοίο των Τούρκων το HORA. Ο Ανδρέας εξήγγειλε: βυθίσατε το HORA! Ο κόσμος φοβήθηκε και σε δέκα μέρες είχαμε πουλήσει έξι από τα 22 διαμερίσματα που είχαμε προς πώληση. Τελικά η δουλειά τέλειωσε εμπρόθεσμα και με πολλά

Το διοικητικό μέγαρο του ΟΤΕ στην Κηφισίας.
Προιστάμενος επιβλέψεως από το 1981 μέχρι και το 1983
κέρδη. Είχε αφήσει σε μένα μόνο 600.000 ευρώ  περίπου σημερινά. Με αυτά τα χρήματα χτίστηκε η Δροσιά και σπούδασαν τα παιδιά μας. Τα στείλαμε τρία συνεχή καλοκαίρια για ένα μήνα κάθε φορά στην Ελβετία για Γαλλικά και κάναμε και αρκετά ταξίδια σε όλη την Ευρώπη.


Πρέπει να πω εδώ ότι το Γιώργο τον Κολοβό και το συνεταίρο στην πολυκατοικία αυτή τους θεωρώ σαν πραγματικούς μου φίλους.

Και τώρα πάλι στο Μπάμπη το Βωβό. Χαρακτηριστικό της μεγαλομανίας του Μπάμπη είναι και το γεγονός ότι όταν μετά από μια συνεστίαση το 1973 νομίζω, φεύγοντας με είδε να μπαίνω στην καινούρια μου τότε mersedes, κατέβηκε από τα αυτοκίνητό του με αγκάλιασε , με φίλησε και με συνεχάρη γιατί είχα …. επιτύχει και … εγώ και είχα αγοράσει mersedes. Πρέπει να ομολογήσω ότι την είχα αγοράσει σαν ένα αυτοκίνητο ασφαλές και γερμανικό γιατί πίστευα ότι θα το έχω πολλά χρόνια. Και πράγματι το είχα 35 χρόνια. (το χάρισα σε ένα φίλο του Γιώργη που το ήθελε πού το ήθελε πολύ  και ήταν σε άριστη κατάσταση με 230000 χιλιόμετρα μόνο)

Άλλη μια φορά όταν ήμουν προϊστάμενος επιβλέψεως κατασκευής του διοικητικού μεγάρου του ΟΤΕ (λίγο ψηλότερο από το απέναντι ψηλό δικό του κτίριο), επειδή πληροφορήθηκα ότι το τελειωμένο κτίριο του


Μπάμπης Βωβός βραβείο καλίτερου Ευρωπαίου κασκευαστή

Μπάμπη απέναντι στο δικό μας είχε προβλήματα στα παράθυρα λόγω πιέσεως των νερών της βροχής και επειδή τα παράθυρά μας προβλεπόταν να γίνουν όμοια έθεσα το θέμα στη διοίκηση του ΟΤΕ. Ο διοικητής τότε ένας υπέροχος άνθρωπος, ο ναύαρχος Σέκερης, μου ζήτησε να τον φέρω σε επαφή με τον Βωβό για να μάθει λεπτομέρειες. Εκλεισα εύκολα το ραντεβού, άλλωστε στο Μπάμπη άρεσε να κάνει υψηλές σχέσεις και σε δυο μέρες ολόκληρο το διοικητικό συμβούλιο του ΟΤΕ της εποχής εκείνης ήταν προσκαλεσμένο στον τελευταίο όροφο του κτιρίου του Βωβού όπου είχε προετοιμασία μεγάλης δεξίωσης!!
Κάποια στιγμή ο Σέκερης, ο οποίος με εκτιμούσε βαθύτατα, λεει στον Μπάμπη αφελώς; "και τώρα ποιος από τους δυο σας είναι πιο επιτυχημένος" υπονοώντας ο Μαυρογένης διευθυντής του ΟΤΕ, Πολιτικός Μηχανικός και Μηχανολόγος Ηλεκτρολόγος, προϊστάμενος επιβλέψεως του μεγαλύτερου κτιρίου των Βαλκανίων παρακαλώ, ή ο Μπάμπης ο Βωβός,….. αν είναι δυνατόν!!. Και εγώ πριν προλάβει να απαντήσει ο Μπάμπης τι λέω; "προφανώς εγώ", ο Μπάμπης πάγωσε, και συνεχίζω "γιατί εγώ παίρνω ένα μήνα άδεια το χρόνο ενώ ο κ. Βωβός δεν παίρνει καθόλου". Ολοι σκάσαμε στα γέλια. Ο Μπάμπης γύρισε και είπε τότε στο Σέκερη. Εχετε ένα διαμάντι στον ΟΤΕ που πολύ θα το ήθελα κοντά μου.
Πρέπει να σημειώσω ότι όταν προσλήφθηκα στον ΟΤΕ μου πρότεινε να μην πάω στον ΟΤΕ, αλλά να συνεργαστούμε, προφανώς σαν συνεταίροι με μικρό φυσικά ποσοστό εγώ. Δεν δέχτηκα γιατί δεν συμφωνούσα με τη δική του θεωρία ότι τα χρήματα και η επιτυχία είναι ο σκοπός της ζωής.

Ετσι προχώρησα το δικό μου δρόμο πολύ πιο ευχαριστημένος και δεν μετάνιωσα για τίποτα από ότι έχω κάνει μέχρι σήμερα, παρ όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε

Εκανα μια ωραία οικογένεια, ζήσαμε με αξιοπρέπεια κάναμε ότι περιουσία κάναμε με τις δυνάμεις μας χωρίς καμιά βοήθεια και κυρίως χωρίς κανένα συμβιβασμό και καμιά συναλλαγή οποιουδήποτε είδους, συναντήσαμε πολλές φορές δυσκολίες αλλά με τη βοήθεια της Ζωής και της τύχης τις ξεπεράσαμε άλλοτε εύκολα και άλλοτε δυσκολότερα.

Το 1961 προσλήφθηκα στον ΟΤΕ και παράλληλα έκανα μερικές μελέτες πολυκατοικιών σε διάφορους κατασκευαστές που είχα γνωρίσει. Παράλληλα έκανα στατικούς υπολογισμούς οικοδομών μικρών και μεγάλων τα απογεύματα βγάζοντας αρκετά χρήματα.

Οι στατικοί υπολογισμοί τότε απαιτούσαν πάρα πολύ χρόνο γιατί δεν υπήρχαν αριθμομηχανές. Οι υπολογισμοί γινόντουσαν με τον λογαριθμικό κανόνα που δεν είχε μεν μεγάλη ακρίβεια αλλά αρκούσε για την εργασία που τον χρησιμοποιούσαμε.




Θυμάμαι ότι για στατικό υπολογισμό και σχεδίαση των ξυλοτύπων του κτιρίου επί των οδών Αλεξάνδρας και Ιπποκράτους (Υπουργείο Δημοσίων Εργων), συνολικής επιφανείας 3500 μ2 χρειάστηκα 24 συνεχείς ημέρες δωδεκάωρης εργασίας (μελέτη, επίβλεψη και κατασκευή Μπάμπη Βωβού).
Οι αμοιβές ήταν αρκετά μεγάλες. Για την εργασία αυτή είχα πάρει τότε σε σημερινά χρήματα πέντε μισθούς υπαλλήλου περίπου δηλαδή   5000 ευρώ σε 24 μέρες.

Σήμερα η μελέτη αυτή θα απαιτούσε δέκα ώρες με ηλεκτρονικό υπολογιστή και σχεδίαση με πλότερ και με αμοιβή 1000 ευρώ περίπου και από απόψεως τελειότητας δεν υπάρχει σύγκριση.

Ετσι παράλληλα με τον ΟΤΕ που προσλήφθηκα αργότερα έκανα μια σωρεία άλλων μελετών σαν ιδιώτης μηχανικός πολλές φορές μάλιστα με έγκριση της διοίκησης του ΟΤΕ. Ετσι έκανα τρεις πολυκατοικίες Μυκόνου 18, Πλαστήρα 10, Κρίνων 17 κατά τη διάρκεια που υπηρετούσα στον ΟΤΕ. Παράλληλα έβγαλα παραπάνω από 300 άδειες οικοδομής από το 1959 κυρίως από το 1965 μέχρι το 1980. Πολλές από αυτές (περί τις 30) ήταν πολυκατοικίες μεγάλου μεγέθους σε κεντρικούς δρόμους (Αχαρνών, Θησέως, Λαρίσσης, Σε κεντρικό δρόμο της Λαμίας κ.λ.π.).

Την ίδια εποχή μελέτησα από στατική άποψη τόσα πολλά κτίρια που δεν ξέρω ακριβώς πόσα. Πρέπει να είναι πάνω από 200 πολυκατοικίες και περί 3000 μικρότερες οικοδομές (53 χρόνια πολιτικός μηχανικός και 33 μηχανολόγος).

Επίσης μελέτησα ένα μεγάλο μέρος κτιρίων του ΟΤΕ (Καλλιθέα, Καρόλου, Βύρωνα, σταθμό Θερμοπυλών, Θεσσαλονίκης και πολλά άλλα).
Η τρίτη πολυκατοικία (Κρίνων και Πλαστήρα) με κούρασε ψυχικά και επειδή δεν είχα σκοπό να αγωνίζομαι για τα χρήματα, σταμάτησα να κάνω κατασκευές και γύρισα πάλι στις μελέτες. Βέβαια είχα τις  προτάσεις του συνεταίρου μου να ξανακάνομε και άλλη κατασκευή αλλά αρνήθηκα παρόλο που η συνεργασία μας ήταν άψογη.

Μετά σπούδασα για τρία χρόνια, στο Πολυτεχνείο, για να πάρω το δίπλωμα του Μηχανολόγου. Μόλις το πήρα με μετάθεσαν στην παλιά θέση, στον ΟΤΕ, με πάρα πολύ δουλειά. Στη συνέχεια αυξήθηκαν και οι υποχρεώσεις μου στον ΟΤΕ ακόμη περισσότερο με την ανάθεση του προϊσταμένου της επιβλέψεως στο διοικητικό μέγαρο του ΟΤΕ (1981 - 1983).

Υστερα από λίγο κατάφερα να πάρω σύνταξη και τότε πάλι συνέχισα και έκτισα τα 14 σπίτια στην Ανάβυσσο και αυτά με αρκετές δυσκολίες γιατί οι μεζονέτες και μάλιστα οι εξοχικές δεν πουλιούνται εύκολα πριν τελειώσουν.

Το επάγγελμα του μηχανικού έχει πολλές δυσκολίες από γεγονότα μη ελεγχόμενα που πολλές φορές έχουν δυσμενείς συνέπειες.

Στη δική μου περίπτωση είχα αρκετά τέτοια.

Το 1975 το Πάσχα σαν υπάλληλος του ΟΤΕ έκανα πενθήμερη περιοδεία σε Αγρίνιο. Πάτρα, Πύργο, Καλαμάτα και Ναύπλιο. Το πρωί του Σαββάτου στο Ναύπλιο, μόλις κατέβηκα από το δωμάτιο για να πάω στο κτίριο του ΟΤΕ . Στη ρεσεψιόν με περίμενε ένας χωροφύλακας και μου είπε ότι καταζητούμαι για 15/θήμερη φυλάκιση. Εμεινα άναυδος γιατί δεν περίμενα τέτοιο πράγμα. Φώναξα τη Ζωή πήγαμε μαζί στο τμήμα όπου μου επέδειξαν το δελτίο της… εγκληματολογικής υπηρεσίας και είχα δικαστεί ερήμην σε 15 μέρες φυλακή, τίποτα άλλο. Ρώτησα τον Δ/τή του τμήματος τι πρέπει να κάνω. Μου είπε ότι πρέπει να συννενοηθώ με δικηγόρο να πληρώσει τα έξοδα για να μπορέσω να φύγω. Αλλιώς θα έπρεπε να μείνω το Σαββατοκύριακο στη φυλακή και τη Δευτέρα με χειροπέδες να μεταχθώ στην Αθήνα με την Κλούβα της Αστυνομίας.

Πήγα στον ΟΤΕ έκανα τη δουλειά μου και παράλληλα πήρα τηλέφωνο τον άνδρα μιας φίλης της Ζωής που ήταν υπάλληλος στα δικαστήρια. Σε λίγο έμαθα ότι είχα δικαστεί ερήμην γιατί ένας εργολάβος πολυκατοικίας είχε αφήσει υλικά στο πεζοδρόμιο της οδού Αχαρνών και Θήρας όπου ήμουν επιβλέπων. Παρακάλεσα το γνωστό μου να πληρώσει τα απαιτούμενα χρήματα (4000 δρχ. ) για να με αφήσουν ελευθερο. Πήγα στο Δ/τή της Αστυνομίας, που με δική του ευθύνη με είχε αφήσει ελεύθερο και του είπα τα καθέκαστα. Ωραία μου λέει φτηνά τη γλύτωσες, πήγαινε στον Εισαγγελέα και πες του μόλις έλθει το τηλεγράφημα να μας τηλεφωνήσει για να μπορέσεις να φύγεις. Πήγα στον αντικαταστάτη του Εισαγγελέα, γιατί ο ίδιος έλλειπε με άδεια. Ο αντικαταστάτης ήταν τύπος Σαρτζετάκη, μόλις του είπα τα καθέκαστα έβαλε τις φωνές. Και πως κυκλοφορείς ελεύθερος, χωροφύλαξ… έρχεται όλο απορία ο χωροφύλακας που ήταν έξω από την πόρτα;;

Χειροπέδες και στο κρατητήριο!!! Μου κόπηκαν τα γόνατα. Με πήρε αγκαζέ και βγήκαμε έξω. Είχε ακούσει την ιστορία και μου λέει, από τα Χανιά είσαι, (ήταν και αυτός από τα Χανιά), άστον να λέει πήγαινε στο τμήμα και εγώ θάχω το νου μου, μόλις έρθει το τηλεγράφημα θα τηλεφωνήσω. Πήγα στο τμήμα πολύ στεναχωρημένος. Μόλις με είδε ο αστυνόμος μου λέει, ήρθε το τηλεγράφημα μπορείς να φύγεις. Εκανα δυο δικαστήρια αθωώθηκα και πήρα και τα χρήματα πίσω.

Άλλη μια φορά είχα υπογράψει μια επίβλεψη στο κουμπάρο μου το Παν. Σκαρλάτο. Ο εργολάβος κατασκευής έβγαλε τα ξύλα προστασίας από ένα φωταγωγό και μεταφέροντας τσιμεντολίθους έπεσε μέσα στο φωταγωγό!!! Εσπασε τα πόδια του πήγε στο ΚΑΤ. Ευτυχώς που δεν σκοτώθηκε γιατί περιέγραψε τα γεγονότα και είπε ότι αυτός έφταιγε οπότε αλπαλλάχτηκα με βούλευμα και δεν παραπέμφθηκα να δικαστώ, γιατί δυστυχώς για κάθε ατύχημα είναι υπεύθυνος ο Επιβλέπων Μηχανικός.

Μια άλλη φορά σε πολυκατοικία στην οδό Θησέως στην Καλλιθέα, ο εργολάβος δεν έβαλε το μηχανοσίφωνα αποχέτευσης στην πρασιά όπως προβλεπόταν από τα σχέδια, αλλά μέσα σε ένα υπόγειο. Ο μηχανοσίφωνας βούλωνε, πράγμα σύνηθες και το υπόγειο πλημμύριζε , γιατί οι αποπάνω εξακολουθούσαν να ρίχνουν νερά. Ο εργολάβος είχε τσακωθεί μαζί του για άλλους λόγους και δεν έβγαζε το μηχανοσίφωνα έξω παρ όλο που η δαπάνη ήταν ελαχίστη. Ο άνθρωπος έκανε αγωγή για μη τήρηση της μελέτης και πήγαμε κατηγορούμενοι ο εργολάβος και εγώ (ο επιβλέπων). Τα είπαμε στο δικαστήριο και ο πρόεδρος έξω φρενών τα έβαλε μαζί μας που τρώτε τα λεφτά του κόσμου και δεν κάνετε τη δουλειά σας….. Εκείνη τη στιγμή πέφτει κάτω νεκρός ο μηχανολόγος του πελάτη. Η δίκη αναβάλλεται και ο δικηγόρος, θείος του εργολάβου λέει στον ανηψιό του να βγάλει το μηχανοσίφωνα έξω γιατί θα φάμε φυλακή. Ετσι και έγινε. Είχε οριστεί δικάσιμος για κάποια Δευτέρα και το Σάββατο είχε οριστεί αυτοψία από το σχέδιο πόλεως να βεβαιώσει ότι είχε τελικά εφαρμοστεί η μελέτη. Πήγαμε την καθορισμένη ώρα, ήρθε ο υπάλληλος της πολεοδομίας να κάνει αυτοψία και ω του θαύματος μπλακ αουτ της ΔΕΗ. Φεύγω λέει ο υπάλληλος δεν μπορώ να δω τίποτα, ξαναορίστε αυτοψία. Βρε τη Δευτέρα δικαζόμαστε. Τίποτα αυτός να φεύγει. Μου δίνει ο εργολάβος ένα χιλιάρικο (50.000 σημερινές) και μου λέει δώστου το. Τι να κάνω κινδύνευα τη δευτέρα να τιμωρηθώ με φυλάκιση. Του έβαλα το χιλιάρικο στην τσέπη και αυτός συνέχιζε να φεύγει. Τι θα γίνει του λέω. Ελα να πάρεις το χαρτί στις δύο το μεσημέρι. Ηταν η πρώτη φορά που δωροδόκησα. Απαλλαγήκαμε τη Δευτέρα.

Το πιο συνταρακτικό όμως μου συνέβη στον ΟΤΕ όταν ήμουν προϊστάμενος επίβλεψης στο μεγάλο κτίριο του ΟΤΕ στο Διοικητικό μέγαρο της οδού Κηφισίας. Είχε έρθει στο σιδερά του εργολάβου ένας τελειόφοιτος της ιατρικής, να δουλέψει μερικές μέρες να βγάλει τα εισιτήρια για να πάει στην πατρίδα του τη Κάρπαθο. Δυστυχώς κρατώντας ένα σίδερο το ακούμπησε κατά λάθος σε ένα ηλεκτροφόρο σύρμα και κεραυνοβολήθηκε (1982).

Όλα αυτά τα γεγονότα με έκαναν, κακώς ίσως να αποθαρρύνω τα παιδιά μου να γίνουν μηχανικοί και κυρίως το Γιώργη που ήθελε και είχε και τα προσόντα να γίνει Αρχιτέκτονας. Και να που τώρα ακολουθεί το συγγενές επάγγελμα του κατασκευαστή.






Ελλάδα 1900 - 2000

Όπως ξέρομε μετά την κατάρρευση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Ελλάδα περιήλθε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία (330 μ.Χ. μέχρι 1200 μ.Χ. .) . Στη συνέχεια περιήλθε στην Ενετική κυριαρχία (1200 - 1453), και μετά έμεινε υπό τον Τουρκικό ζυγό περίπου τετρακόσα χρόνια (1453-1821). Το 1821 έγινε η επανάσταση με την οποία ελευθερωθήκαμε από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Το 1828 κυβερνήτης της τότε Ελλάδας (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάς και μερικά νησιά) ορκίστηκε ο Καποδίστριας. Μετά τη δολοφονία του, το 1831 ακολούθησε η εκλογή του Οθωνα ως βασιλιά και μετά την εκθρόνισή του έγιναν βασιλιάδες οι Γλύξμπουργξ με πρώτο τον Γεώργιο τον Α΄. Η Ελλάδα τότε αποτελείτο από τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία, τμήμα της Ηπείρου, τα Ιόνια νησιά και τα νησιά των Κυκλάδων.

Θα ήθελα εδώ να κάνω μια αναδρομή πολύ γρήγορα στο τι συνέβη στην Ελλάδα τα χρόνια από το 1900 μέχρι το 2000.




1900-1910


Το 1908 κήρυξε ο Βενιζέλος (ο Ελευθέριος) την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα , που πραγματοποιήθηκε το 1912 και αναγνωρίστηκε από τη διεθνή κοινότητα το 1913.

Το 1909 έγινε η επανάσταση στο Γουδί, ο Βενιζέλος κλήθηκε να κάνει κυβέρνηση και μετά εκλογές έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας.




1910-1920


Το 1912-13 Βαλκανικοί πόλεμοι. Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Ελληνες. Δολοφονία του Γεωργίου του Α΄ στη Θεσσαλονίκη. Βασιλιάς ο Κωνσταντίνος ο Α΄, μεγάλος γερμανόφιλος . Το 1914 Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Ο Κωνσταντίνος θέλει να πάμε με τους Γερμανούς ο Βενιζέλος με τους Αγγλογάλους. Διχασμός, επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, παραίτηση του Κωνσταντίνου υπέρ του γιου του Αλεξάνδρου, Η Ελλάδα στον πόλεμο με συμμάχους τους Αγγλογάλλους.

Μετά τη νίκη των δυτικών η Ελλάδα φθάνει μέχρι και τη Θράκη , την περιοχή της Σμύρνης όλα τα νησιά του Αιγαίου. Ο Βενιζέλος κάνει την Ελλάδα των δυο ηπείρων και των τεσσάρων θαλασσών. Πεθαίνει ο Αλέξανδρος από δάγκωμα μαϊμούς.






1920-1930


Ελληνικός στρατός βρίσκεται επτά χρόνια σε πολέμους. Μεγάλο μέρος του στρατού στην Μικρά Ασία. Ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές και φεύγει στη Γαλλία. Ο Κωνσταντίνος επιστρέφει με δημοψήφισμα στην Ελλάδα. Επακολουθεί η μικρασιατική καταστροφή (1922). Επανάσταση Πλαστήρα (Μαύρος καβαλάρης). Εκτέλεση στο Γουδί των θεωρηθέντων υπευθύνων. Πέντε πολιτικοί και ένας στρατιωτικός (Πρωτοπαπαδάκης, Γούναρης, Στράτος, Μπαλτατζής, Θεοτόκης και Χατζηαναστασίου.) Το 1924 κηρύσσεται έκπτωτη η δυναστεία των Γλύξμπουργκ και ανακηρύσσεται δημοκρατία. Το 1926 κάνει, ο Θεόδωρος Πάγκαλος , παππούς του σημερινού, δικτατορία και μετά με εκλογές που έκανε με μόνο υποψήφιο αυτόν, έγινε αντιβασιλιάς. Κατά την διακυβέρνηση της χώρας μεταξύ των μέτρων που είχε πάρει ήταν οι φούστες των γυναικών να απέχουν από το έδαφος το πολύ 25 εκατοστά. Η αστυνομία βγήκε στους δρόμους και μετρούσε τις φούστες των γυναικών σύμφωνα με τα γούστα του Πάγκαλου. Τον Πάγκαλο τον ανέτρεψε ένας άλλος στρατηγός ο Κονδύλης. Ο Πάγκαλος έμεινε δυο χρόνια φυλακή και μετά αμνηστεύτηκε.




1930-1940


Ο Κονδύλης από 18 ετών ξεκίνησε από το χωριό του και έγινε εθελοντής στο στρατό. Μετά από ένα σωρό πολέμους και ανδραγαθίες έφθασε να είναι στρατηγός. Το 1935 έκανε και αυτός δικτατορία και μετά έγινε αντιβασιλιάς. Εκανε δημοψήφισμα που απέβη υπέρ της βασιλείας. Το 1935 έγινε παλινόρθωση της βασιλείας, βασιλιάς ο Γεώργιος ο Β΄. Σε λίγους μήνες (4/8/36) κηρύσσει δικτατορία, με δικτάτορα τον Ι. Μεταξά. Διωγμοί αριστερών, εξορίες.

Οκτώβριος 1940, Οι Ιταλοί επιτίθενται στη Ελλάδα, από την Αλβανία. Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Ο αρχηγός τους Μουσολίνι, κομπάζει ότι σε τρεις μέρες θα είναι στην Αθήνα. Οι Ελληνες αντιστέκονται, εκπλήττουν τους δυτικούς. Πρώτη φορά οι δυτικοί κερδίζουν τις δυνάμεις του άξονα (Γερμανοί με Χίτλερ, Ιταλοί με Μουσολίνι, Ιάπωνες με Χιροχίτο). Οι Ελληνες κοντεύουν να φθάσουν στα Τίρανα. Ο Τσώρτσιλ πρωθυπουργός της Αγγλίας λέει από δω και πέρα θα λέμε οι ήρωες πολεμούν σαν τους Ελληνες
.



1940-1950


Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος έχει γενικευθεί. Η τελευταία αντίσταση στην Ευρώπη είναι στην Κρήτη (Μάιος 1941). Κράτησε 9 μέρες, η Γιουγκοσλαβία είχε καταληφθεί σε τρεις μέρες. Η μάχη της Κρήτης έφερε τόσες απώλειες, στους Γερμανούς που πολλοί Ιστορικοί διατείνονται ότι η καθυστέρηση αυτή με τις απώλειες και τον πρόωρο βαρύ χειμώνα στη Ρωσία, έγιναν αφορμή να χάσουν στο ρωσικό μέτωπο. Οι Γερμανοί έχουν καταλάβει όλη την Ευρώπη, εκτός Αγγλίας. Εχουν φθάσει μέχρι τη Μόσχα την Πετρούπολη και το Στάλινγκραντ (όλη της ευρωπαϊκή Ρωσία). Εχουν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Αφρικής. Εχει μπει και η Αμερική στον πόλεμο. Ο άξονας καταρρέει. Δημιουργείται το ανατολικό -κομουνιστικό - μπλοκ και το δυτικό. Η Ελλάδα σαν έπαθλο αφού ήταν με τους νικητές παίρνει το 1947 τα Δωδεκάνησα. Δημοψήφισμα το 1946 και επανέρχεται η βασιλεία με τον Γεώργιο τον Β΄. Στη συνθήκη της Γιάλτας (Ρούζβελτ, Τσώρτσιλ και Στάλιν) αποφασίζουν ποίοι θα πάνε με ποιους. Η Ελλάδα κατακυρούται στους δυτικούς (90 % δυτική επιρροή , 10 % ανατολική). Δυστυχώς οι αριστεροί στην Ελλάδα δεν το συνειδητοποιούν. Κάνουν κίνημα το Δεκέμβρη του 1944 (πρωθυπουργός ο Γεώργιος Παπανδρέου) και χάνουν . Κάνουν δεύτερο γύρο, εμφύλιος πόλεμος, από 1945 - 49 οπότε και εκδιώκονται από την Ελλάδα. Πεθαίνει ο Γεώργιος Β΄ και αναλαμβάνει βασιλιάς ο Παύλος ο αδελφός του. Στο διάστημα αυτό αλλά και πολύ αργότερα συνεχείς διωγμοί των αριστερών. Ολοι οι αριστεροί έχουν φάκελο στην ασφάλεια και παρακολουθούνται, δεν μπορούν να διοριστούν σε δημόσιες θέσεις, δεν μπορούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, δεν μπορούν να πάρουν άδεια οδηγήσεως ούτε και να ανοίξουν επιχειρήσεις συγκεντρώσεως κοινού π.χ. καφενείο, περίπτερο, φροντιστήριο!!!



1950-1960



Οι διωγμοί εξακολουθούν με λιγότερη ένταση. Γίνονται εκλογές και με βία και νοθεία όλο κερδίζει η δεξιά. Πρωθυπουργοί ο Παπάγος και μετά ο Καραμανλής. Δολοφονείται στη Θεσσαλονίκη ο Γρηγόρης Λαμπράκης αριστερός βουλευτής. Ο Καραμανλής έρχεται σε διάσταση με τα ανάκτορα (1963) και εγκαταλείπει νύκτα την Ελλάδα και με άλλο όνομα. Πάει και αυτός στη Γαλλία.




1960-2000


Πεθαίνει ο Παύλος και αναλαμβάνει βασιλιάς ο Κωνσταντίνος ο Β΄.

Το 1965 γίνονται εκλογές κερδίζει η κεντροαριστερά με τον Γεώργιο Παπανδρέου (το Γέρο της δημοκρατίας, παππού του μετέπειτα πρωθυπουργού, επίσης Γεωργίου Παπανδρέου). Τα ανάκτορα προσεταιρίζονται διάφορους βουλευτές του Παπανδρέου και τον ρίχνουν (Ιουλιανά με πρωτεργάτη το Μητσοτάκη). Ανακηρύσσονται εκλογές για τον Μάιο του 1967. Η νίκη του Παπανδρέου είναι σίγουρη. Τα ανάκτορα σχεδιάζουν δικτατορία των στρατηγών , τους προλαβαίνουν όμως με τη βοήθεια της CIA οι συνταγματάρχες και έτσι στις 21 Απριλίου 1967 γίνεται δικτατορία (χούντα), των συνταγματαρχών με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, Αργότερα προσπαθεί ανεπιτυχώς ο Κωνσταντίνος να τους ανατρέψει. Γίνεται δημοψήφισμα εκθρονίζεται ο Κωνσταντίνος και εγκαθίσταται "δημοκρατία" με πρόεδρο τον Παπαδόπουλο . Η δικτατορία πέφτει το 1974 μετά την κατάληψη από τους Τούρκους της μισής Κύπρου και καλείται επειγόντως ο Καραμανλής από το Παρίσι να κάνει κυβέρνηση. Κερδίζει τις εκλογές, επικυρώνει με δημοψήφισμα την έκπτωση της βασιλείας και εγκαθίσταται πλέον κανονική δημοκρατία.

Εμφανίζεται ο Ανδρέας Παπανδρέου γιος του Γέρου. Ο Καραμανλής γίνεται πρόεδρος της δημοκρατίας. Τον Οκτώβρη του 1981 έρχεται στην κυβέρνηση με τον Ανδρέα παπανδρέου (ΠΑΣΟΚ) η αριστερή παράταξη. Εγκαθίσταται δημοκρατικότερο πολίτευμα και ισότης των πολιτών ανεξαρτήτως φρονημάτων. Οι φάκελοι καίγονται. Οι ΠΑΣΟΚ προσπαθούν να πιάσουν όλες τις υπηρεσίες. Ο Ανδρέας ενώ έχει υποσχεθεί στον Καραμανλή ότι θα τον ξανακάνει πρόεδρο δημοκρατίας για δεύτερη φορά, τον γέλασε και έκανε τον Σαρτζετάκη. Ο Σαρτζετάκης ήταν ο δικαστής που ξεσκέπασε την υπόθεση - δολοφονία Λαμπράκη. Ηταν ο χειρότερος πρόεδρος δημοκρατίας. Την εποχή αυτή το  λάδωμα γίνεται καθεστώς. Ακόμη και ο Ανδρέας κατηγορείται για ατασθαλίες, δικάζεται από ειδικό δικαστήριο και απαλλάσσεται λόγω αμφιβολιών. Για ένα μικρό διάστημα δυο-τριών, ετών κυβέρνηση δεξιάς με το Μητσοτάκη. Ο Μητσοτάκης έβγαλε για δεύτερη φορά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή πρόεδρο. Το Μητσοτάκη, με ισχνή πλειοψηφία, τον ρίχνει ...ο Σαμαράς.  Στη συνέχεια πρωθυπουργός ο Ανδρέας και μετά παραίτησή του για λόγους υγείας ο Κώστας Σημίτης. Μετά τον Καραμανλή πρόεδρος Δημοκρατίας ο Κώστας Στεφανόπουλος. και στη συνέχεια ο Παπούλιας.
Πρωθυπουργοί μετά το Σιμίτη, ο Κώστας Καραμανλής , ο Γιώργος Παπανδρέου και έπεται η συνέχεια.


2000-1010




Αυτή η δεκαετία κύλησε σχετικά ομαλά, έτσι τουλάχιστο φαινόταν, Την κυβέρνηση Σημίτη διαδέχτηκε κυβέρνηση της δεξιάς με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το νεώτερο-σοι πάει το βασίλειο-, Τελικά μετά ήρθε η πτώση του Καραμανλή που ολοκληρώθηκε με την επαναφορά του ΠΑΣΟΚ υπό τον Γιώργο Παπανδρέου στην κυβέρνηση και με μεγάλη διαφορά ψήφων, πέσαμε από τα σύννεφα κυριολεκτικά. Και να την η ΚΡΙΣΗ. Ελεγε ο Γιώργος πριν από τις εκλογές «λεφτά υπάρχουν». Τρομάρα μας, είμαστε καταχρεωμένοι και κάναμε όλοι πως δεν το ξέραμε.

Πιστεύω ότι ούτε ο Γιώργος φανταζόταν την τραγικότητα της κατάστασης αλλά δεν έλεγε τίποτα μέχρι να γίνει πρωθυπουργός. Τέλος και ο Σαμαράς που εξόρκιζε τους όρους του μνημονίου που μας έβαλαν οι δανειστές μας, έγινε και αυτός πρωθυπουργός αλλά συνέχισε το μνημόνιο γιατί προφανώς δε γινόταν αλλιώς..

Τι φταίει;. Μα τα πράγματα, εκ των υστέρων είναι πολύ απλά. Οι διάφορες κυβερνήσεις της τελευταίας τριακονταετίας για λόγους ψηφοθηρίας έπαιρναν δάνεια και με μεγάλο τόκο, γέμισαν το δημόσιο με άχρηστους και μοίραζαν επιδοτήσεις στους αγρότες και τώρα άντε να βρεις λεφτά  όταν και οι δανειστές δεν δίδουν πλέον δάνεια αλλά ζητούν και τα παλιά που δεν έχουμε να τα πληρώσουμε. Το 2009 παραιτήθηκε ο Καραμανλής - ο νεώτερος- όταν κατάλαβε ότι θα πάει φυλακή γιατί διπλασίασε το δημόσιο χρέος και έλεγε και ψέματα, στους ευρωπαίους, ότι δεν είναι υπέρογκο το έλλειμμα. Και τώρα τι κάνουμε; Η ΕΕ και το ΔΝΤ μας δανείζουν αλλά με  περιορισμούς, περικοπές μισθών και συντάξεων, αύξηση ΦΠΑ και φόρους φόρους.

Ο Πάγκαλος ο Θοδωρής, ο εγγονός του παλαιότερου , αντιπρόεδρος της νέας κυβέρνησης, είπε ότι όλοι τα φάγαμε και ότι όταν ένας κοπρίτης μπει στο δημόσιο κοπρίτης θα παραμείνει. Είπε ακόμη ότι ευθύνη δεν έχουν μόνο οι πολιτικοί αλλά και ο λαός που απαιτούσε να μπει στο δημόσιο. Δεν έχει άδικο όσο και να μη μας αρέσει η πικρή αλήθεια.

Γεγονός είναι ότι με τα δάνεια ένα μεγάλο ποσό φαγώθηκε από τους βολεμένους άμεσα, στα κόμματα. Ένα άλλο μεγάλο ποσό φαγώθηκε με μίζες από πολιτικά πρόσωπα και ανώτερους δημόσιους υπαλλήλους και από τραπεζίτες. Ένα άλλο ποσό, όχι πολύ μικρό μπήκε στη ζωή μας και έτσι ανέβηκε το οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο του Ελληνικού λαού. Οι αγρότες με τις επιδοτήσεις κάνανε σπίτια πολυτελή, ενίοτε με πισίνες, αγοράσανε τρακτέρ και τζιπ με κίνηση στους τέσσερις τροχούς. Την αράξανε στα καφενεία και στέλνανε στη δουλειά τους οικονομικούς μετανάστες. Την παραγωγή την απέσυραν και έπαιρναν επιδοτήσεις. Οι μισθωτοί πήραν παντός είδους επιδόματα (επίδομα έγκαιρης προσέλευσης) που διπλασίασαν το μισθό τους. Οι εφοριακοί και οι γιατροί φακελάκια, οι της πολεοδομίας γρηγορόσημο. Από την Κίνα άρχισαν να έρχονται προϊόντα που οι τιμές ήταν τόσο εξευτελιστικές και δεν υπάρχει δυνατότητα ανταγωνισμού. Ετσι σταμάτησε να παράγει η Ελλάδα και ζούσε μόνο από δάνεια, ακόμα και λεμόνια φέρνουμε από την Αργεντινή!!. Στην αντιπολίτευση ανέλαβε αρχηγός ο Αντώνης Σαμαράς, φιλοαμερικάνος και αυτός, αλλά προφανώς για λόγους πολιτικούς, θέλει και αυτός να γίνει πρωθυπουργός, διαφώνησε μεν με την υπαγωγή στην ΕΕ και ΔΝΤ για δάνεια και μέτρα. Και φωνάζει ανάπτυξη. Ρε φίλε για να γίνει ανάπτυξη πρέπει να γίνεις ανταγωνιστικός!!! Και παραγωγικός!!! Και νάχεις και λεφτά. Και αυτό πως θα γίνει ε;; Εκεί δεν απαντά κανείς. Το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ τρομάρα τους και αυτών, λένε πάντα όχι. Ο Ελληνικός λαός βλέπει την κατάντια και περιμένει τον από μηχανής θεό της Ελλάδας!!!. Δεν φαίνεται όμως από πουθενά φως στο τούνελ. Θα χρειασθεί κάποια δεκαετία για να ξαναζήσουμε ικανοποιητικά και ποτέ μα ποτέ όπως τα τελευταία χρόνια, τέρμα οι σπατάλες και η ψεύτικη καλοπέραση με δάνεια (εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, κλπ, κλπ δάνεια). Οσοι προλάβανε κάνανε ένα σπίτι να μένουνε και ίσως ένα για τα παιδιά τους, οι ποιο τυχεροί, αν δεν τους τα πάρουν με τους βαρύτατους φόρους που βάζουνε. Τώρα πρέπει να επιστραφούν τα δάνεια και οι δανειστές δεν χαρίζουν. Θα πληρώσουμε όλοι. Η Ελλάδα μοιάζει με μια πολυμελή οικογένεια που ο πατέρας έπαιρνε δάνεια και περνούσανε καλά. Αλλα παιδιά σπούδασαν γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί βγάλανε κάποια χρήματα ή ευθέως ή πλαγίως και κάνανε σπίτια και αυτοκίνητα. Μερικοί έγιναν αγρότες τη βγάλανε καθαρή με τις επιδοτήσεις, άλλοι βολεύτηκαν στο δημόσιο, ένας έγινε πολιτικός και οικονόμησε μίζες, έκανε και πολυτελή γάμο κάποιοι άλλοι, πολύ λίγοι δεν πήραν είδηση.

Ο πατέρας πέθανε και οι δανειστές σταμάτησαν τα δάνεια και ζητούν και τα δανεικά πίσω. Τώρα όλοι κάνουν ότι δεν ξέρουν τίποτα και ζητούν να πάρουν τα δάνεια από….τους κλέφτες. Οσοι είχαν πολλά ευρώ τα στείλανε στο εξωτερικό και περιμένουν να πέσουν οι τιμές ή να ξαναπάμε στη δραχμή για να τα τοποθετήσουν καλύτερα. Θα τα πληρώσουμε μέχρι τελευταία δεκάρα θέλουμε δε θέλουμε. Ας ελπίσουμε να γίνει μάθημα και να μπορέσουμε να σταθούμε στα πόδια μας όπως όλοι οι άλλοι λαοί.






Ελλάδα 1950-2000



Θεωρώ ότι η δική μας γενιά, η γενιά που γεννήθηκε μετά το 1930, ήταν η τυχερότερη γενιά της Ελλάδας. Δεν πολέμησε, ταλαιπωρήθηκε βέβαια από την γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο, αλλά είχε την ικανοποίηση να δει, με τη δική της προσπάθεια, να γίνεται η Ελλάδα του 1950 σε Ελλάδα του 2000.

Τι σημαίνει αυτό; Δεν είναι τόσο εύκολο να καταλάβουν οι νεότεροι ότι το 1950 οι πολυκατοικίες στην Αθήνα μετριούνταν στα δάκτυλα. Και θα μου πείτε οι πολυκατοικίες κατέστρεψαν την Αθήνα. Ισως επιβάρυναν το περιβάλλον και με κάποια πιο σώφρονα διαχείριση θα ήταν πιο ανθρώπινη η ζωή στο λεκανοπέδιο. Αλλά και πάλι πρέπει να σκεφθεί κανείς ότι το 1950 μέχρι 1960, σε ελάχιστα σπίτια στην Ελλάδα υπήρχε μπανιέρα και θερμοσίφωνο. Το 1953 με τη μητέρα μου και τα αδέλφια μου μέναμε σε μια κλασική μονοκατοικία στού Ζωγράφου. Το κεντρικό χωλάκι από το οποίο έμπαινες στο σαλόνι και στο ένα υπνοδωμάτιο και ένας διάδρομος που πήγαινε για κουζίνα και λουτρό. Στέγη μπετόν χωρίς μόνωση, θέρμανση στην καλύτερη των περιπτώσεων σόμπα πετρελαίου για τρεις ώρες την ημέρα, λουτρό ίσον λεκάνη αποχωρητηρίου με καζανάκι "νιαγάρα", συνήθως χαλασμένο γι αυτό και κουβάς στο λουτρό για να ρίχνομε νερό στη λεκάνη, πλύσιμο μας μια φορά τη βδομάδα, στη σκάφη με νερό που ζέσταινε η νοικοκυρά στη χύτρα της κουζίνας. Στην κουζίνα ένας νεροχύτης και μια γκαζιέρα. Γκαζιέρα ήταν ένα δοχείο που έμπαινε βενζίνη !! ή φωτιστικό πετρέλαιο και στο οποίο με μια τρόμπα και με την υπερπίεση έβγαινε από ένα μπεκ εξαέρωσης του πετρελαίου ή της βενζίνης το ανάβαμε. Συχνά είχαμε εκρήξεις και πυρκαγιές. Λίγο πριν την γκαζιέρα το φαγητό γινόταν με ξυλοκάρβουνα και λίγο αργότερα με πετρογκάζ. Κάθε πρωί περνούσε ο γαλατάς και άφηνε στην πόρτα ένα γυάλινο δοχείο με γάλα. 
Στην κουζίνα υπήρχε ένα ξύλινο ψυγείο πάγου που του έβαζες τους καλοκαιρινούς μήνες ένα κομμάτι πάγο από τον παγοπώλη που περνούσε καθημερινά και στο άφηνε έξω από την πόρτα. Λίγο πριν δεν υπήρχε ούτε αυτό. Τα τρόφιμα συντηρούνταν, αν είναι δυνατόν, στα "φανάρια"!. Ένα κουτί με σίτα γύρω γύρω, που τα κρεμούσες κοντά στο παράθυρο να παίρνει αέρα και είχες και το νου σου, μη στο κατεβάσει καμιά πεινασμένη γάτα. Πλυντήριο; ηλεκτρική κουζίνα, τηλέφωνο, θερμοσίφωνο, ραδιόφωνο, στερεοφωνικό, τηλεόραση; τι είναι αυτά;

Και ξέχασα, στο σαλόνι κοιμόμουν και διάβαζα με τον συγκάτοικό μου στο ίδιο δωμάτιο τον Αντώνη, φοιτητή και αυτόν τότε και διεθνώς αναγνωρισμένο πυρηνικό φυσικό αργότερα. Και που τα παιδιά του και αυτού, μορφώθηκαν με άνεση και ζουν μια χαρά στη μονοκατοικία του με τα τρία μπάνια και εισπράττουν τα ενοίκια από τα διαμερίσματα που πήραν αντιπαροχή για το οικόπεδο της γιαγιάς των. Αυτός, ο Αντώνης που έμενε για λόγους οικονομίας και αυτού και ημών, στο ίδιο απαίσιο δωμάτιο χωρίς θέρμανση όταν ήταν φοιτητής το 1954 και που το βράδυ τυλίγαμε το κεφάλι μας με κασκόλ για να μην κρυώνει. Στο άλλο δωμάτιο κοιμόταν η μητέρα μου με τα δυο αδέλφια μου ενώ ο πατέρας μου, που υπηρετούσε στην επαρχία, προσπαθούσε να τη βγάζει με τα εκτός έδρας για να στέλνει όλο τον πενιχρό μισθό του από τον οποίο η καημένη η μητέρα πλήρωνε φαγητό, ρούχα, νοίκι, φροντιστήρια, δίδακτρα στο Πολυτεχνείο και έκανε και οικονομία και κατάφερε με τις οικονομίες δέκα χρόνων και κεντώντας παράλληλα, να αγοράσει ένα οικόπεδο στη Ν. Σμύρνη, κρανίου τόπο τότε.

Και που το οικόπεδο αυτό το έδωσε και αυτή αντιπαροχή κάποτε και συνέβαλε στην "καταστροφή της Αθήνας" παίρνοντας σαν αντιπαροχή από ένα διαμέρισμα για κάθε παιδί της. Χωρίς να διανοηθεί ποτέ ότι θα μπορούσε να κάνει και αυτή ή ο άντρας της κάτι και για τον εαυτό της!!.

Όταν είμαστε ακόμη στα Χανιά το 1950 αγοράσαμε το πρώτο μας ραδιόφωνο, μας το είχαν φέρει από την Αθήνα γιατί στα Χανιά ακόμη δεν πουλούσαν ραδιόφωνα την εποχή εκείνη.



Το 1961 όταν παντρευτήκαμε με τη Ζωή νοικιάσαμε ένα μικρό διαμέρισμα, στην Κυπριάδου, πάλι χωρίς θέρμανση, και τότε αγοράσαμε και ένα ψυγείο και μια

Μυκόνου και Κρίνων


ηλεκτρική κουζίνα που δεν είχε πλάκες αλλά σπιράλ για να μπορούν να ζεσταίνονται κατσαρόλες αλουμινένιες, χωρίς την ανάγκη να είναι απόλυτα επίπεδος ο πάτος τους, όπως είναι σήμερα. Λίγο αργότερα βάλαμε και τηλέφωνο, ήταν της μόδας τότε!!.


Πλυντήριο; τι είναι αυτό η μπουγάδα γινόταν μια φορά στις δυο βδομάδες στη σκάφη, ερχόταν γυναίκα και αποτελούσε ολόκληρη ιεροτελεστία. Εβαζαν τα πλυμένα ρούχα σε κοφίνι, έβαζαν στάχτη από πάνω και έχυναν ζεστό νερό. Μετά το στέγνωμα σιδέρωναν τα ρούχα με σίδερο που μέσα είχε ξυλοκάρβουνα. Αργότερα βγήκαν τα ηλεκτρικά σίδερα απλά και ατμού, τα πλυντήρια ρούχων και πολύ αργότερα των πιάτων.

Πλυντήριο ρούχων πήραμε από τους πρώτους όταν γεννήθηκε πια ο Γιώργης 1966 . Τηλεόραση ασπρόμαυρη το 1965; και έγχρωμη το 1970 και μάλιστα με όρους, της Ζωής, να κάνομε πρώτα τον μπουφέ και μετά η έγχρωμη!!.

Και φθάσαμε σήμερα με το σπίτι μας στη Δροσιά (με τρία μπάνια) με τα παιδιά μας με μάστερς, γλώσσες και διδακτορικά, με εξοχικά κοντά στη θάλασσα και με αυτοκίνητο ο καθένας δικό του και φυσικά και κινητό τηλέφωνο, (για να συνεννοείται η κόρη μου, στις διακοπές, με τον εγγονό μου το Δημήτρη 9 χρόνων πήρε και σ αυτόν κινητό! Μέχρι και η Ζωή που απαρνιέται την τεχνολογία έχει ένα παλιό μοντέλο στο αυτοκίνητό της για περίπτωση ανάγκης. Αυτό περίσσεψε γιατί τα παιδιά μου έχουν τρίτης ή τέταρτης γενιάς). Και τελευταία σε κάθε σπίτι 2-3 laptop και από μία τηλεόραση ο καθένας για να βλέπει το πρόγραμμα που τον ενδιαφέρει χωρίς να διαμαρτύρονται οι άλλοι.  Από το 1961 μέχρι το 1972 είχαμε μόνο ένα σκαραβαίο (95384 αριθμό) που βέβαια δεν μας εμπόδισε να πάμε μέσω Γιουγκοσλαβίας, Γερμανίας, Ολανδίας, Βελγίου στο Λονδίνο και να επιστρέψουμε μέσω Γαλλίας, Ελβετίας Ιταλίας στην Ελλάδα. Το 1972 αγοράσαμε τη μερσέντες με τα χρήματα που εισπράξαμε από ένα διάρι διαμέρισμα στην πρώτη πολυκατοικία που κάναμε. Και τώρα αν χαλάσει το αυτοκίνητό μας ή χρειασθεί να μείνει στο συνεργείο λίγες ώρες, τι καταστροφή, και που θα βρούμε ταξί και αν δεν βρούμε θα πάμε με τη συγκοινωνία;

Από πρόσφατες στατιστικές προκύπτει αναλογία σπιτιών για τον Ελληνα 12 μ2 το άτομο και για τους άλλους ευρωπαίους μόλις 6 μ2 !

Και τι τρώγαμε; το ξεχάσαμε; τρεις φορές τη βδομάδα όσπρια και μια φορά κρέας το δεκαπενθήμερο. Φρούτα που και που. Και τώρα δεν μπορούμε να διανοηθούμε ότι θα λείψει η ντομάτα και το φρούτο ούτε μια μέρα το χρόνο από το ψυγείο μας με τις διπλές πόρτες και τον καταψύκτη. Και επειδή δεν φθάνει ο ένας καταψύκτης έχομε και δεύτερο. Η που στο εξοχικό δεν φθάνει το ένα ψυγείο αλλά θέλομε δυο. Και βέβαια και πλυντήρια και πιάτων και ρούχων. Α ναι και φούρνο μικροκυμάτων και στα δυο σπίτια. Και τότε το 1954 με έστελνε η μάνα μου και αγόραζα σχεδόν τζάμπα σελάχια στην κεντρική ψαραγορά, με τη συγκοινωνία φυσικά πήγαινα, που τα έβραζε τα καθάριζε και με μπεσαμέλ τα έκανε σούπερ φαγητό.


Πάντα έλεγα ότι με την υπερκατανάλωση και τα δάνεια τρώμε τα χρήματα των εγγονιών μας. Και δυστυχώς δεν βγήκα ψεύτης. Τώρα 2010 έχουμε μια σοβαρή οικονομική κρίση και από επιπολεότητα και όχι μόνο, των πολιτικών μας, όλων ανεξεραίτως κινδυνεύουμε να βρεθούμε 20 με 30 χρόνια πίσω.


Τις περασμένες μέρες έψαχνα τα χαρτιά μου, ήμουν διευθυντικό στέλεχος στον ΟΤΕ, την εποχή εκείνη ήμουν προϊστάμενος επιβλέψεως του Διοικητικού μεγάρου του ΟΤΕ στο Μαρούσι, σε αναφορά μου, το 1985, για την αύξηση της παραγωγικότητας, προς τη Διοίκηση του ΟΤΕ με ανακοίνωση στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, μεταξύ των άλλων έγραφα:


«Μη ξεχνάμε ότι – με κάποια ίσως υπερβολή - σήμερα οι Ελληνες υπάλληλοι ακόμα και οι ιδιωτικοί, είναι ευχαριστημένοι με την κατάσταση. Οι ποιο πολλοί έχουν κάποια οικονομική άνεση, έχουν το σπιτάκι τους, το ΙΧ τους και ενδεχομένως και το εξοχικό τους, η εργασία τους είναι διασκέδαση και το πρωινό τους περνά ευχάριστα με τη συζήτηση, τα καφεδάκια και τα τηλεφωνήματά τους. Απόδειξη ότι πολλοί που συμπληρώνουν χρόνο σύνταξης προτιμούν να παραμείνουν γιατί δεν έχουν τι να κάνουν (!!) λες και ο ΟΤΕ είναι καφενείο για τις ελεύθερες ώρες. Δε σκέφτεται κανείς ότι τα έχομε όλα αυτά με δανεικά που θα τα πληρώσουν τα παιδιά μας σε 5-10 χρόνια.»

Και καταλήγω
………..
«Με τα παραπάνω πιστεύω ότι κομίζω γλαύκα στην Αθήνα αλλά θεώρησα τώρα που πλησιάζει το τέλος της καριέρας μου στον ΟΤΕ να τα ξαναθυμίσω….».








Υπάλληλος στον ΟΤΕ



Στον ΟΤΕ προσλήφθηκα το 1961 (15/6) μετά από παρότρυνση του φίλου μου Γιώργου Κολοβού Αρχιτέκτονα που υπηρετούσε ήδη εκεί. Την εποχή εκείνη έγιναν τέσσερις προσλήψεις πολιτικών μηχανικών Οι τρεις , μεταξύ των οποίων και εγώ προσληφθήκαμε αξιοκρατικά. Μάλιστα στην περίπτωσή μου δεν είχα κάνει ούτε αίτηση. Ο Κολοβός είχε πει ότι ενδιαφέρομαι και ο Αντώνης Καραμάνος που υπηρετούσε στον ΟΤΕ και ήταν συμμαθητής μου στο πολυτεχνείο πρότεινε την πρόσληψή μου. Αποφάσισε το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΤΕ την πρόσληψη και με ειδοποίησαν να πάω να πιάσω δουλειά.
Εδώ πρέπει να κάνω μια παρένθεση. Πάνε 50 χρόνια γνωριμίας με το Γιώργο τον Κολοβό, που είναι πια ποιο πολύ από αδελφός. Ο Γιώργος είναι ένα αγωνιστής της ζωής. Γεννήθηκε στη Ναυπακτία, όταν είχε πεθάνει ο πατέρας του. Ηταν ο μικρότερος από οκτώ αδέρφια. Η χήρα μητέρα τους , ένας δυναμικός άνθρωπος, παρά το πρόβλημα που είχε το πόδι της κατάφερε να σπουδάσει  τα παιδιά της και να γίνουν όλα αξιόλογοι άνθρωποι. Ο Γιώργος σπούδασε τεχνολόγος Πολιτικός Μηχανικός στο ΕΜΠ και Αρχιτέκτονας στην Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στο New York Institute of Technology στις ΗΠΑ. Εργάστηκε σαν αρχιτέκτονας ελεύθερος επαγγελματίας, με αξιόλογη δουλειά σε οικοδομές στην Αθήνα και τη Ναύπακτο και παράλληλα σαν μελετητής και επιβλέπων μηχανικός στην ΑΜΜΑΝ  και WHITNEY, στη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ. Παρά τα προβλήματα της υγείας του εξελέγη για δυο περιόδους Δήμαρχος Αντιρρίου, όπου και έκανε ένα σωρό δημοτικά έργα. Τα παιδικά του χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Κατά τον ανταρτοπόλεμο συχνά έπαιρναν οι αντάρτες τη μητέρα του αλλά και τα αδέρφια του, για μια δυο μέρες,  σαν ημιονηγούς για μεταφορά τροφίμων στους αντάρτες. Συχνά κινδύνεψαν. Τελικά κατάφερε όπως και πολλοί άλλοι της γενιάς μας να συνεισφέρει στην αναμόρφωση της Ελλάδας και να έχουμε σήμερα το βιοτικό επίπεδο που έχουμε.
 Όταν πήγα  στον ΟΤΕ, μου έδωσαν να συμπληρώσω μια αίτηση με προγενέστερη ημερομηνία. Ετσι έπιασα δουλειά στον ΟΤΕ την 15/7/1961 και συνταξιοδοτήθηκα το Μάρτιο του 1987 με τον βαθμό του Διευθυντή. Στο τέλος του 1961 παντρεύτηκα τη Ζωή . Την εποχή εκείνη οι σχέσεις των δυο φύλων δεν ήταν και εύκολη. Βασικός σκοπός των ανθρώπων ήταν να σπουδάσουν και να στρώσουν μιά δουλειά. Με τη Ζωή γνωριστήκαμε το 1953 στη σχολή Ασωμάτων, στη συνέχεια οι σχέσεις μας ήταν τυπικές αλλά και εγκάρδιες, βλεπόμαστε συχνά άλλωστε σουδάζαμε στην ίδια αυλή. Εγώ στο πολυτεχνείο και αυτή στη σχολή καλών Τεχνών. Η Ζωή έμενε στο πεδίο του Αρεως από πίσω και εγώ στη Ν.Φιλαδέλφεια. Συχνά την περίμενα το μεσημέρι και περπατούσαμε μαζί μέχρι το σπίτι που έμενε. Στη συνέχεια έπερνα το λεωφορείο για Ν. Φιλαδέλφεια. Κάτι μας έλεγε ότι ενδιαφερόμαστε ο ένας για τον άλλο. Μετά μεσολάβησε η στρατιωτική θητεία και χαθήκαμε. Οταν ήμουν στο Βωβό το 1961, είχαμε πάει με τον αδελφό του τον Κώστα να μετρήσουμε ένα οικόπεδο στα Πατήσια. Επιστρέφαμε με το λεωφορείο κια στην ομόνοια που είχε πια αδειάσει το λεωφορείο με μεγάλη κπληξη αντίκρυσα τη Ζωή και με είδε και αυτή. Μιλίσαμε για λίγο. Σε μερικές μέρες πάλι τυχαία ξανασυναντηθήκαμε. Της πρότεινα να πάμε στο θέατρο, έπαιζε το θείο Βάνια του Τσέχωφ. Εκτοτε αρχίσαμε να βλεπόμαστε πιο συχνά. Τώρα είχαμε βρει το δρόμο μας, δεν υπήρχαν άλλες προτερεότητες. Ετσι σε λίγο το Δεκέμβρη του 1961 παντρευτήκαμε.

Παράλληλα με το ιδιωτικό γραφείο υπηρετούσα από τον Ιούλιο του 1961 και στον ΟΤΕ. Αλλά και στον ΟΤΕ με κυνηγούσε το προπατορικό αμάρτημα. Ο φάκελος με τις δυο γραμμές με ακολουθούσε. Επί δικτατορίας μου απαγόρευσαν να πηγαίνω σε κτίρια αρμοδιότητας ΝΑΤΟ και μόνο μετά από αίτηση παραίτησής μου, ο τότε Διοικητής του ΟΤΕ συνταγματάρχης Αλεξανδρόπουλος, έδωσε εντολή να μη με ξαναενοχλήσει κανείς. Μετά την απομάκρυνση της δικτατορίας, με μετέθεσαν στην Συντήρηση των Κτιρίων και Μηχανημάτων του ΟΤΕ με ελάχιστη δουλειά και τούτο γιατί οι τεμπέληδες που δεν είχαν πάρει προαγωγές κατά τη δικτατορία, θεώρησαν ότι έκαναν αντίσταση κατά της χούντας. Οι υφιστάμενοί μου Μηχανολόγοι δεν μου επέτρεπαν να έχω γνώμη σε μηχανολογικά θέματα. Το 1975 έδωσα κατατακτήριες εξετάσεις στο Πολυτεχνείο, πέρασα δεύτερος μεταξύ 38 υποψηφίων σε τρεις θέσεις, στο τρίτο έτος των Μηχανολόγων του ΕΜΠ. Σε τρία χρόνια πήρα και το δίπλωμα του Μηχανολόγου, με πολύ καλό (7,07). βαθμό, σε ηλικία 45 ετών. Εν τω μεταξύ στον ΟΤΕ, είδαν ότι δεν προχωρούσε η δουλειά χωρίς εργατικούς ανθρώπους, γινόντουσαν μόνο 3 - 4 μελέτες το χρόνο, ενώ επί εποχής μου γινόντουσαν 25 - 30, με μετέθεσαν πάλι στην παλιά μου θέση. Υστερα από λίγο επί κυβερνήσεως Ράλλη, 1975 ή 1976, (η δεξιά πάντα στην κυβέρνηση), μου απαγόρευσαν πάλι να πηγαίνω σε έργα ΝΑΤΟ και να διαβάζω τα σχετικά έγγραφα.

Είχε βγει πάλι ο φάκελος με τις δυο γραμμές στην επιφάνεια ίσως γιατί εκείνες τις μέρες είχαμε φιλοξενήσει τον αδελφό του πεθερού μου και το παιδί του, που είχαν επανακάμψει από την Τασκένδη. Στην Τασκένδη είχαν πάει σαν πρόσφυγες μετά την εκδίωξη των αριστερών ανταρτών του εμφυλίου και ξαναγύρισαν με μεσολάβηση της αδελφής του πεθερού μου Κίτσας Ευθυμιάδη. Αντέδρασα έντονα με έγγραφα, διαμαρτυρόμενος και απαγόρευσα να δίνουν, όπως ήθελαν, τα θέματα ΝΑΤΟ κατευθείαν στους "εθνικόφρονες" υφισταμένους μου. Παράλληλα το έμαθε η Κίτσα από τη Ζωή. Κατέβηκε η Κίτσα στην Αθήνα και πήγαμε στον τότε Υπουργό Συγκοινωνιών Μούτσιο με μεσολάβηση του οποίου είχε έρθει ο αδελφός της από την Τασκένδη. Σε λίγες μέρες έληξε το πρόβλημα.

Με την επιτυχία του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981 ανέβηκε στην κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, η αντίπαλη παράταξη της δεξιάς, για πρώτη φορά στην Ιστορία.

Και τότε όπως ήταν επόμενο έπρεπε και αυτοί να φάνε. Τόσα και τόσα χρόνια τρώγανε οι δεξιοί. Και ενώ ο λαός ψήφισε ΠΑΣΟΚ με την ελπίδα μιας αλλαγής, δεν καταφέραμε τίποτα. Το λάδωμα έγινε καθεστώς. Ακόμη και ο πρωθυπουργός παραπέμφθηκε σε ειδικό δικαστήριο για συναλλαγή. Και ναι μεν αθωώθηκε αλλά μέσα μας μένει πάντα η αμφιβολία. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το αμίμητο να λεει ο πρωθυπουργός για κάποιο γενικό διευθυντή της ΔΕΗ που είχε κατηγορηθεί ότι πήρε μίζα 100 εκ. ότι θα το καταλάβαινε να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του 10 - 15 εκατ. Ετσι έμπαινε λοιπόν και ταρίφα πρωθυπουργική στο λάδωμα, εκεί καταντήσαμε.

Στον ΟΤΕ ξεκίνησα σαν μελετητής στατικών μελετών κτιρίων στη συνέχεια ανέλαβα μελέτες και επίβλεψη έργων του ΟΤΕ σε όλη την Ελλάδα και λίγο μετά από την επιστροφή από τη συντήρηση, καλοκαίρι 1981 με τοποθέτησαν προϊστάμενο επιβλέψεως των εργασιών αποπερατώσεως του Διοικητικού μεγάρου του ΟΤΕ.

Εκεί πήγα επί Νέας Δημοκρατίας  και έμεινα τρία χρόνια και επί ΠAΣΟΚ. Φυσικό είναι στα μεγάλα έργα με σημαντικά συμφέροντα να θέλουν να επωφεληθούν και μικροί και μεγάλοι από τις σχέσεις των με τους εργολάβους.
Όταν με μετέθεσαν στο Διοικητικό Μέγαρο οι νεοδημοκράτες το έκαναν για να μη μπορούν να τους κατηγορήσουν ότι είχαν πρόθεση να φάνε! Ηξερε όλος ο ΟΤΕ ότι ο Μαυρογένης ήταν και καλός Μηχανικός, (Πολιτικός και Μηχανολόγος με πείρα στις κατασκευές και με πάρα πολλές γνώσεις στην πληροφορική), έντιμος αλλά και όχι δεξιός, επομένως τους έκανε.

Μόλις πήγα στο ΔΜ ζήτησα μετάθεση σε αυτό μερικών εμπείρων, εργατικών και εντίμων στελεχών (μεταξύ αυτών και ο Τέλης Καμαριώτης).




Είναι γεγονός ότι η υπηρεσία που υπηρετούσαν οι πολιτικοί μηχανικοί στον ΟΤΕ είχε προϊστορία εντιμότητας. Πρώτοι διδάξαντες ο Ταζεδάκης, ο γνωστός καθηγητής του ΕΜΠ Λεωνίδας Μπιτσάκος, ο Αρης Δειμέζης και αργότερα ο Κόρτζας, ο Χρύσης, ο Βουζαράς όλοι καλοί μηχανικοί, εργατικοί και αδιάφθοροι από πλευράς εντιμότητας. Αποτέλεσμα ήταν να υπάρχει μια "σχολή" που την ακολούθησαν πιστά

Απαρτία στη Δροσιά, τα παιδιά οι γαμβροί, οι νύφες και τα
 εγγόνια του Γεωργίου Μαυρογένη.
όλοι όσοι υπηρέτησαν υπό αυτούς. Αντίθετα τα πράγματα ήσαν πιο χαλαρά στο ΔΜ, οι περισσότεροι μηχανικοί είχαν ξεκινήσει από εκεί, δεν είχαν πολλές γνώσεις ούτε κάποια παράδοση. Αυτό μου δημιούργησε την εντύπωση ότι θα ήταν πιο ευάλωτοι στις σειρήνες του εργολάβου.


Από την άλλη μεριά σε ένα τόσο μεγάλο έργο 2 δις τότε που έπρεπε να γίνει σε τριάντα μήνες με πληρωμές σε σημερινά δεδομένα περί το ένα εκατομμύριο την ημέρα, ήταν επόμενο να θέλουν να επωφεληθούν. Εχω ακούσει για μια μεγάλη εργολαβική εταιρία ότι είχε στις κάρτες του λογιστηρίου έξοδα άδηλα, άλλα με πράσινο άλλα με μπλε και άλλα με κόκκινο μολύβι. Σε ερώτηση τι είναι αυτά η εξήγηση ήταν, είναι βοήθεια-κουπόνια στα αντίστοιχα κόμματα!!

Ετσι λοιπόν και εδώ στην αρχή επί δεξιάς, είχα φοβερές πιέσεις από τους προσκείμενους στη δεξιά γιατί έπαιρναν τέτοιες εντολές φαίνεται από το κόμμα. Ετυχε να απουσιάζω με άδεια για λίγες μέρες και να γυρίσω και να βρω χαριστικές πράξεις, ανατιμολογήσεις, ανεπίτρεπτες. Ζήτησα και πέτυχα την άμεση αντικατάσταση του υπεύθυνου. Τα πράγματα είχαν στρώσει και βαδίζαμε καλά. Αλλά άλλαξε η κυβέρνηση και ήρθε το ΠΑΣΟΚ. Τι κάνομε τώρα; Για μένα δεν υπήρχε πρόβλημα έκανα πάντα αυτό που νόμιζα και δεν έδινα λογαριασμό σε κανένα. Ας ήταν καλά η δυνατότητά μου να εργαστώ εκτός ΟΤΕ.

Επί ΠΑΣΟΚ είχαμε και μερικές ενδιαφέρουσες αλλαγές. Υπήρξε μια αύξησης ελευθερίας, οι αριστεροί σταμάτησαν να φοβούνται τον αστυφύλακα. Οι φάκελοι κάηκαν με παράτες στη Χαλυβουργία Ελευσίνας



Σεφέρη 6 Ανάβυσσος, επτά κατοικίες

.


Βέβαια από την προσπάθεια να φάνε και οι καινούριοι τα βάσανα ξανάρχισαν. Ο τότε Διοικητής του ΟΤΕ μπατζανάκης του Ακη άνθρωπος του ΠΑΣΟΚ και οι υφιστάμενοί μου οπαδοί του ΠΑΣΟΚ, έκαναν ότι μπορούσαν για να βοηθήσουν τον εργολάβο. Οι εργολάβοι πάντα είναι με το μέρος της κυβέρνησης (από τα κυβερνητικά κόμματα παίρνουν τα πιο πολλά κουπόνια οι εργολάβοι).

Υστερα από λίγο ήθελε η Διοίκηση να υπογράψει μια σύμβαση χαριστική για τον εργολάβο. Εκανα αρνητική εισήγηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού, την οποία ο διοικητής κρατούσε στο συρτάρι του. Εκανα υπόμνηση σε πολύ αυστηρό τόνο και τότε,........ με μετέθεσε ο Διοικητής σε μια υπηρεσία αγοράς οικοπέδων και η εισήγηση επεστράφη στον αντικαταστάτη μου άνθρωπο του ΠΑΣΟΚ, χωρίς να φθάσει ποτέ στο Διοικητικό Συμβούλιο και χωρίς να προωθηθεί ποτέ προς αυτό. Μάλιστα επεστράφη στον αντικαταστάτη μου με την προτροπή αν έκρινε σκόπιμο να την ξαναπροωθήσει!!!.  
Στην υπηρεσία οικοπέδων έμεινα δύο περίπου χρόνια και ασχολήθηκα με την εκμάθηση ηλεκτρονικών υπολογιστών, για πρώτη φορά τότε στον ΟΤΕ. Παράλληλα ενώ είχα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα δεν είχα ακόμη προαχθεί στο βαθμό του Διευθυντή γιατί ποτέ δεν εντάχθηκα σε κανένα κόμμα πιστός στις παραδόσεις των προγόνων μας που πολέμησαν επί αιώνες, χωρίς χρηματικές απολαβές, για ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.

Ο βαθμός του Διευθυντή σου έδινε τότε το δικαίωμα να πάρεις σύνταξη μετά από υπηρεσία 25 ετών. Εκαναν δεκτές τις προσφυγές που είχαν δικαιωθεί από το εφετείο, στους 39 από τους 41 συναδέλφους που ζητούσαν προαγωγή και που ήταν δεδηλωμένοι αντιδεξιοί. Οι του ΠΑΣΟΚ είχαν προαχθεί χωρίς κανένα πρόβλημα.  Για εμένα και ένα άλλο συνταξιούχο, δεξιό, αποφάσισαν να παραπέμψουν την απόφαση του εφετείου στον Αρειο Πάγο. Πήγα στον υποδιοικητή Τόμπρα και του ζήτησα να παρέμβει. Ετσι και έγινε, μόλις έγινα διευθυντής υπέβαλα την παραίτησή μου μετά από 25 χρόνια και εννιά μήνες υπηρεσία στον ΟΤΕ.




Μετά τη σύνταξη




Το Μάρτιο λοιπόν του 1987 πήρα σύνταξη από τον ΟΤΕ και έτσι γλίτωσα από τον εναγκαλισμό του κράτους . Ασχολήθηκα πια με το ελεύθερο επάγγελμα κατασκευάζοντας δυο συγκροτήματα στον Αγιο Νικόλαο Αναβύσσου, 49 χιλιόμετρα από την Αθήνα, με συνολικά 14 ανεξάρτητα σπίτια. Ένα πολύ ενδιαφέρον συγκρότημα



Παλαμά και Σεφέρη Ανάβυσσος επτά κατοικίες
κοντά στη θάλασσα (300 μ από την αμμουδιά), σε μια περιοχή με πολύ ωραίο κλίμα. Εκεί κρατήσαμε τρία σπίτια ένα για μας, ένα για τη Στέλλα και ένα για το Γιώργη. Μετά δυο χιλιόμ. βρίσκεται η παλαιά Φώκαια που βρίσκομε πάντα φρέσκο ψάρι, που μας έμαθε να το ψήνομε και να το τρώμε ο φίλος μας Φώτης Βασιλάκος, που και αυτός, μηχανικός, έκανε τρία συγκροτήματα στην περιοχή και κράτησε σπίτια γι αυτόν και τα παιδιά του.




Mετά το τέλος της κατασκευής του συγκροτήματος στην Ανάβυσσο είπα ότι δεν θα ξανακάνω άλλη κατασκευή. Δεν τα κατάφερα όμως να κρατήσω την υπόσχεση που είχα δώσει στη Ζωή.







Δεξαμενής 2 Δροσιά


.Ετσι κάναμε μαζί με το Γιώργη έξι μεζονέτες στη Δροσιά από τις οποίες οι δυο ήταν αντιπαροχή, είναι η ομορφότερη οικοδομή της Δροσιάς. Δυο μεζονέττες  κρατήσαμε, από μια,  ο Γιώργης και εμείς και οι άλλες δυο  πουλήθηκαν. Η δουλειά είχε όλα τα είδη κατασκευής και πάρα πολλά προβλήματα. Η εμπειρία του Γιώργη ήταν πάρα πολύ μεγάλη απέδειξε ότι μπορεί να δει πολλά πράγματα που δεν έβλεπα εγώ και πιστεύω ότι μπορεί να προχωρήσει στον τομέα αυτό που έχεις την ευκαιρία να βγάλεις αρκετά χρήματα αλλά σου δίνει και τη δυνατότητα να δημιουργείς και να κάνεις το κέφι σου και κυρίως να μην έχεις αφεντικό


Βέβαια κάθε δουλειά έχει και τις δυσκολίες της και είναι πολύ πετυχημένη η ρύση του Γιώργη ότι η οικοδομή γίνεται με την έμπνευση του Αρχιτέκτονα τη μελέτη του Πολιτικού Μηχανικού και του Μηχανολόγου, το αίμα του εργάτη και το συκώτι του κατασκευαστή και δεν έχει άδικο






25 Μαρτίου 7 στη Δροσιά




Ελευθερίου Βενιζέλου 11 στη Δροσιά


Το 2002  ο Γιώργης πλέον μόνος του,  έκανε ένα συγκρότημα από έξι μεζονέτες στη Δροσιά δίπλα στο σπίτι μας που  έχει γίνει πολύ ωραίο

Το 2007 ξεκινά ο Γιώργης ένα συγκρότημα 3 κατοικιών στην οδό Λαμπράκη στη Δροσιά, παράλληλα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πειραιά μάθημα της αρμοδιότητάς του (Επικοινωνιολόγος), έχει παντρευτεί την Ανθια Ναυρίδη και έχει  πλέον δυο κόρες; τη Λίλα και τη Ζωή.







Η οικοδομή της Γρηγ. Λαμπράκη 25 στη Δροσιά

Δυστυχώς τώρα με την κρίση έχουμε απούλητα διαμερίσματα για τα οποία μάλιστα πληρώνουμε και φόρο, γιατί οι κυβερνώντες μη μπορώντας και ίσως μη θέλοντας να βρούνε τους κλέφτες και τους φοροφυγάδες , βάζουν τεράστιους φόρους. Ετσι ένα οικόπεδο που αγόρασα το 1965, πριν από 50 χρόνια, αντί εξευτελιστικής τιμής, αντιστοίχου των 9.000 ευρώ σημερινών, η εφορία το κοστολογεί ότι έχει αξία 1.200.000 ευρώ και επιβάλει φόρο 10.000 ευρώ ετησίως!!!  Η ανεργία πλήττει τους πάντες, οι συντάξεις έχουν μείνει οι μισές και όλοι τα βγάζουν δύσκολα πέρα σε ένα αβέβαιο μάλιστα μέλλον
Θέλω να πιστεύω ότι η κρίση θα περάσει, όχι πολύ σύντομα, αλλά εξ ανάγκης οι Ελληνες θα προσαρμοστούν και θα πολεμήσουν για ένα καλύτερο μέλλον., γιατί είναι ένας έξυπνος λαός και έχει την ωραιότερη χώρα του πλανήτη.

Και μια φωτογραφία οικογενειακή 1.1.2014



Και κάτι που είχα ξεχάσει και το θυμήθηκα πρόσφατα:
 Είναι η περίπτωση του στρατηγού Κουμανάκου, που ήταν πρόεδρος της Δ/θνούς  Αμνηστίας  Ελλάδος.


Ο στρατηγός παλαιότερα ήταν αρχηγός του εκστρατευτικού σώματος της Ελλάδας στην Κορέα, κατά τη διάρκεια του Κορεατικού εμφύλιου.


Κάποια στιγμή, μετά τον Τόμπρα νομίζω, επί ΠΑΣΟΚ, ο Στρατηγός διορίστηκε Διοικητής του ΟΤΕ. Είχα συνταξιοδοτηθεί από τον ΟΤΕ όταν με φώναξε να τον ενημερώσω σχετικά με το Διοικητικό Μέγαρο γιατί διέβλεπε ίντριγκες. Του είπα ότι ήξερα, του είπα ότι με είχαν αντικαταστήσει όταν έκανα εισήγηση στο Διοικητικό συμβούλιο του ΟΤΕ να πάρει ο εργολάβος μόνο 10 εκ δραχμές τότε και όχι 110 εκ που ζητούσε για την τροποποίηση των 3000 περίπου παραθύρων γιατί τα προβλεπόμενα από την μελέτη είχαν μειωμένη στεγανότητα. Του είπα ακόμη ότι μετά την αντικατάστασή μου, επεστράφη η εισήγηση στον αντικαταστάτη μου με την προτροπή αν επιμένει η υπηρεσία να την ξαναστείλει στο διοικητικό συμβούλιο, πράγμα που δεν έγινε βέβαια ποτέ!! Μου πρότεινε να με προσλάβει σύμβουλό του αλλά δε δέχτηκα γιατί είχα ξεκινήσει τα σπίτια της Αναβύσσου και γιατί δεν ήθελα να μπλέξω με εργολάβους και συμφέροντα. πολλές φορές όταν ήμουν στο Διοικητικό Μέγαρο έπαιρναν ανώνυμοι στο σπίτι τηλέφωνο και τρομοκρατούσαν τη Ζωή.


Του επέστησα την προσοχή ότι ο κάθε εργολάβος δεν ανήκει παρά στο κυβερνόν κόμμα και ότι πρέπει να προσέχει. Του είπα ακόμη ότι όταν κάνει έγγραφα στον εργολάβο πρέπει να τα βλέπουν οι Νομικές υπηρεσίες του ΟΤΕ για να τον προστατεύουν.


Δυστυχώς δε με άκουσε και κάποια στιγμή που ένα συνεργείο 10 – 15 εργατών του εργολάβου απεργούσε για πολλές μέρες, θεώρησε ότι ήταν σκόπιμο για να πάρει ο εργολάβος παράταση. Ετσι την πάτησε, δε ρώτησε κανέναν και έκανε ένα έγγραφο στον εργολάβο ότι αυτός υποκινεί την απεργία και ότι εξ αυτού θα τον κηρύξει έκπτωτο!!. Ένας απλός μηχανικός, αν τον ρωτούσαν θα υποδείκνυε τον κίνδυνο. Η ενέργεια του Κουμανάκου ήταν επικίνδυνη και άσκοπη γιατί τέτοια πράγματα και αν ακόμη είναι υπαρκτά δεν αποδεικνύονται . Ο Κουμανάκος σαν στρατιωτικός και έντιμος άνθρωπος έγραφε αυτά που νόμιζε. Σίγουρα θα νόμιζε ότι πολεμούσε ακόμα …στην Κορέα!. Ο εργολάβος του έκανε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση  ανώνυμης  εταιρείας πράγμα που επισύρει, λόγω εταιρείας, βαρύτατες ποινές (άρθρο 364 ποιν. Κώδικα), εάν δεν αποδείξει ο κατηγορούμενος το γεγονός. Ο Κουμανάκαος ήταν πλέον Διοικητής στα Ναυπηγεία και με φώναξε στα γραφεία στην Ηλιούπολη στου Μποδοσάκη. Πήγα ήταν και ο Δικηγόρος του , ένας πολύ καλός δικηγόρος. Μου είπαν την υπόθεση και με παρακάλεσε να παραστώ σαν μάρτυρας υπεράσπισης. Τους είπα τι θα κατέθετα και συμφώνησαν.  Και πάμε τώρα στο δικαστήριο. Εκεί κατέθεσα τα εξής: Κα. Πρόεδρε  η αποψή μου επί του κατηγορητηρίου είναι ότι αν κάποιος πει δημοσία ότι οι εργολάβοι δημοσίων έργων είναι κλέφτες  θα υπάρξουν δυο ειδών αντιδράσεις. Οσοι δεν γνωρίζουν προσωπικά τον εργολάβο θα μειδιάσουν, όποιος όμως συνεργάτης του τον γνωρίζει δε θα ασχοληθεί με το θέμα. Ετσι και εδώ ο στρατηγός έκανε πράγματι μια άσκοπη και εσφαλμένη ενέργεια, είναι στρατιωτικός βλέπετε και όχι πολιτικός, η ενέργεια αυτή όμως δεν είχε καμία απολύτως συνέπεια, κατά τη γνώμη μου, για τη φήμη του εργολάβου. Οι άσχετοι που το πίστεψαν δεν ενόχλησαν τον εργολάβο, οι συνεργάτες του εργολάβου μπορεί προς στιγμή να ανησύχησαν αλλά όταν συνάντησαν τον εργολάβο θα κατάλαβαν ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, επομένως δεν υπήρξε ουσιαστικό πρόβλημα για τον εργολάβο. Τοτε ο Δικηγόρος του εργολάβου ο κ. Κωνσταντόπουλος, ο γνωστός , ειρήσθω εν παρόδω, ο πατέρας της Ζωής του ΣΥΡΙΖΑ, σε έντονο ύφος, για να με φοβίσει, προφανώς, μου λέει κύριε μάρτυς θέλω ένα ναι ή ένα όχι συκοφαντήθηκε η εταιρία ναι ή όχι (προφανώς αν έλεγα όχι θα μου έκανε μετά την πολύ πιθανή πρωτόδικη  καταδίκη του Κουμανάκου, μήνυση για ψευδορκία για να μην μπορώ να καταθέσω άλλη φορά. Εγώ όμως κάτι τέτοια δεν τα τρώω. Γυρίζω προς την Πρόεδρο και λέω δεν υπάρχει ναι ή όχι περιέγραψα αναλυτικά την άποψή μου. Ο Κωνσταντόπουλος να ωρύεται κύριε. μάρτυς ναι ή όχι. Γυρίζω προς την Πρόεδρο ξανά και της λέω να επαναλάβω την άποψή μου;; Και τότε η Πρόεδρος στρέφεται στον Κωνσταντόπουλο και του λέει άλλη ερώτηση κύριε Συνήγορε. Δεν έγινε άλλη ερώτηση αλλά διέκοψε η πρόεδρος για δέκα λεπτά τη συνεδρίαση. Στο διάλειμμα αλλά και πριν από τη δίκη συζητούσα … με τους εργολάβους, πιστεύω ότι με εκτιμούσαν μια και δε λαδώθηκα και προχωρούσα τους λογαριασμούς ταχύτατα μέσα στα όρια της σύμβασης, αλλά είχαν ζητήσει εγγράφως τη μετάθεσή μου γιατί με το δίκιο τους, ήθελαν επιβλέποντα συνεργάσιμο. Στη συνέχεια της δίκης η πρόεδρος λέει βλέπω στο διάλειμμα και μιλάτε όλοι μεταξύ σας και έχω …μπερδευτεί δεν ξέρω ποιος λέει την αλήθεια. Ο διάδοχός μου στο Δ.Μ. είχε καταθέσει απερίφραστα ότι υπήρξε συκοφαντική δυσφήμιση. Ο Κουμανάκος δικάστηκε 2 μήνες φυλακή για απλή δυσφήμιση και ζήτησε εφέσιμη ποινή για να εκδικαστεί η υπόθεση σε εφετείο. Ετσι και έγινε. Στη συνέχεια οριζόταν δικάσιμη και αναβαλλόταν τη μια λόγω απουσίας κάποιου δικηγόρου ή λογω ασθένειας του Κουμανάκου.  Αυτό κράτησε τέσσερα πέντε χρόνια ο Κουμανάκος πέθανε και έληξε το θέμα. Ενδιαφέρον είναι ότι κάποια στιγμή με φώναξε ο Κουμανάκος στου Μποδοσάκη να με ευχαριστήσει, γιατί η ετυμηγορία μου θεωρήθηκε ουσιαστική για την έκβαση της δίκης. Εκεί με κέρασε με ρώτησε τι παιδιά έχω. Η Στέλλα με μάστερ στα οικονομικά ‘ήταν χωρίς δουλειά ακόμη και ο Γιώργης έκανε μάστερ στο Λονδίνο. Τότε μου πρότεινε να διορίσει τη Στέλλα στα Ναυπηγεία. Του είπα ότι η κόρη μου θέλει να δουλέψει στον ιδιωτικό τομέα γιατί βλέπει τους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα και είναι  άβουλοι και δε νομίζει ότι είναι από τη φύση τους άλλα ότι τους κάνει το σύστημα.

Σήμερα διάβασα αυτό που είπε ο Βενιζέλος στην κόρη του Κωνσταντοπούλου τη Ζωή:

Η κατ' επανάληψη υποβολή της αυτής ερώτησης συνιστά βασανιστήριο, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η σκόπιμη, καταχρηστική και κατ' επανάληψη υποβολή της αυτής ερώτησης συνιστά βάσανο.

Φοβερή σύμπτωση ε;;;  !!!